rus   ukr   ell   eng
         
  • Αρχική
  •  
  • Ιστορία
  •  
  • Πολιτισμός
  •  
  • Πύλη Επιχειρήσεων
  •  
  • Ακίνητα
  •  
  • Κατάστημα

Εξέλιξη και καθιέρωση Ελληνισμού στην Ουκρανία

 

Οι Έλληνες της Ουκρανίας:

στο σταυροδρόμι

της ιστορίας

Ο δρόμος των Ελλήνων της Ουκρανίας είναι γεμάτος από επιτεύγματα και δυσκολίες, κατορθώματα και αποτυχίες.

Είναι γνωστό, ότι οι πρώτες ελληνικές αποικίες στις βόρειες ακτές του Εύξεινου Πόντου εμφανίστηκαν τον 8ο-9ο αιώνα π.Χ. Οι Έλληνες έφεραν μαζί τους τα βασικά στοιχεία του κλασσικού πολιτισμού, την κουλτούρα τους, τη γλώσσα τους και τον χριστιανισμό.

Ψάχνοντας για καλύτερη τύχη στην πλούσια καλλιεργήσιμη γη και τις καινούργιες αγορές, οι Ίωνες ξεκινώντας από τη Μίλητο και άλλες πόλεις της Μ. Ασίας εγκαταστάθηκαν στις ακτές του Εύξεινου Πόντου και έπαιξαν κυρίαρχο ρόλο στην ίδρυση πάνω από 90 ελληνικών αποικιών στο βόρειο τμήμα της Μαύρης θάλασσας και της Μαιώτιδας (Αζοφικής θάλασσας), διατηρώντας στενούς δεσμούς με τις μητροπόλεις και άλλο ελλαδικό χώρο.

Από τους Ίωνες και άλλες φυλετικές ομάδες που μετακινήθηκαν, ιδρυθήκαν οι πόλεις Παντικάπαιον, Θαναγορία, Μυρμηγκέι, Θήρα, Θεοδοσία, Όλβια, Χερσόνησος κ.α., οι οποίες τον 7ο-2ο αιώνα π.Χ. ήταν εμπορικά, αγροτικά, πολιτιστικά και θρησκευτικά κέντρα του βόρειου τμήματος του Εύξεινου Πόντου. 

Όλες οι ελληνικές αποικίες της Κριμαίας εισάγονταν διοικητικά στη Δημοκρατία της Χερσονήσου και στο Βασίλειο του Βοσπόρου. Ήταν τα χρόνια της μεγαλύτερης ακμής του ελληνικού πολιτισμού και της επιστήμης.

Η διαδικασία διαμόρφωσης και εξέλιξης των ελληνικών αποικιών στα εδάφη του σύγχρονου ουκρανικού κράτους   

 Η νέα εποχή στην ιστορία της Νότιο-Ανατολικής Ευρώπης άρχισε με Σταυροφορίες και εισβολές των Μογγόλο-Τατάρων. Στα ερείπια του Βυζαντίου δημιουργήθηκαν νέα κράτη. Το Βυζάντιο έχασε για πάντα τις περισσότερες αποικίες του στον Εύξεινο Πόντο.

Το 1223, στην Κριμαία, πρωτοεμφανίζονται οι Τατάροι, οι οποίοι  κατέκτησαν τις στέπες της χερσονήσου, καθώς και τις παραλίες της. Την ίδια περίοδο στην Κριμαία έρχονται Βενετσιάνοι και Γενουάτες οι οποίοι κατέλαβαν τις νότιες ακτές της Κριμαίας οι οποίες ήταν σύμφορες για θαλάσσιο εμπόριο. Με τις επιτυχημένες δραστηριότητές τους, αυτοί μονοπώλησαν το εμπόριο της Μαύρης Θάλασσας και προκάλεσαν αρκετή ζημιά στους βυζαντινούς εμπόρους της Κριμαίας.

Σε εκείνες τις συνθήκες, το ποσοστό του ελληνικού πληθυσμού της Κριμαίας μειωνόταν τακτικά. Παρ΄όλα αυτά, οι Έλληνες έμποροι κατείχαν μία από τις σημαντικότερες θέσεις στο θαλάσσιο εμπόριο των αποικιών των Γενουατών, συμμετείχαν στο δουλεμπόριο, επίσης, ένα μέρος των Ελλήνων υπηρετούσε στο στρατό τους κ.τ.λ. Η Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία διατηρούσε την εθνική ταυτότητα των Ελλήνων.

Από την δεκαετία του ‘50 του 15ου αι. αρχίζουν να ξεσπάνε οι συγκρούσεις μεταξύ των Ελλήνων και των Τατάρων της Κριμαίας, οι οποίοι ακολουθούσαν τον τούρκικο προσανατολισμό. Το 1475, μετά από τις πέντε τούρκικες επιθέσεις, έπεσε το πριγκιπάτο του Θεόδωρου. Ταυτόχρονα, σταμάτησαν να υπάρχουν οι αποικίες των Γενουατών. Η ήττα τους χειροτέρεψε ουσιαστικά την κατάσταση των Ελλήνων στην Κριμαία, οι οποίοι έχασαν τον τελευταίο προστάτη τους. Με την εγκατάλειψη της Κριμαίας από τους Γενουάτες και τις κατακτήσεις των νότιων ακτών της χερσονήσου από τους Τούρκους, οι δύο θρησκείες βρέθηκαν η μία απέναντι από την άλλη. Μετά την κατάκτηση και της ορεινής Κριμαίας από τους Τούρκους, οι μη μουσουλμανικές κοινότητες ήταν αναγκασμένες να ακολουθούν την ιδεολογία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Παρ΄όλα αυτά, την εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ο ελληνικός πληθυσμός της Κριμαίας διατηρούσε την αυτόνομη διοίκησή του. Ο Πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης ήταν θρησκευτικός άρχοντας των ελληνικών κοινοτήτων, ο οποίος είχε όχι μόνο την απόλυτη πνευματική εξουσία, αλλά και πολλές αρμοδιότητες στα θέματα διοίκησης, δικαίου και παιδείας. Οι εκκλησίες είχαν δικαίωμα ιδιοκτησίας. Οι δήμοι και οι κοινότητες είχαν συμβούλια – όργανα τοπικής αυτοδιοίκησης. Τα ελληνικά μοναστήρια στην ορεινή Κριμαία λειτουργούσαν έως τον 17ο αιώνα. Τον 16ο – 17ο αιώνα οι πρώην βυζαντινές αποικίες γνωρίζουν την καινούρια οικονομική ακμή σε σύγκριση με την εποχή των Γενουατών. Στις αγροτικές περιοχές οι Τατάροι ακολούθησαν τους Έλληνες στη γεωργία, οινοποιία, βιοτεχνία κ.α.  τυπωθεί  για πάντα στα χρονικά και στην συνείδηση των απογόνων.

Η ιστορία της ζωής των Ελλήνων  και η μετοίκησή τους το 1778-1780 στις περιοχές της Αζοφικής θάλασσας με διάφορες επεξηγήσεις, μαζί με στοιχεία και αξιολογικές κρίσεις για την κατάσταση των Ελλήνων στην Κριμαία το 18ο αι., καθώς και πληροφορίες για κρατικούς και κοινωνικούς παράγοντες εκείνης της περιόδου, παρουσιάζεται στις ερευνητικές εργασίες που έχουν εκδώσει σημαντικοί σύγχρονοι συγγραφείς όπως οι: Ι. Τζούχα, Λ. Κουζμινκόβα, Μ. Αραντζιώνη, Α. Γεντιό, Σ. Καλογέρωφ, Ν. Τερέντιεβα, Κ. Μπαλαμπάνωφ και άλλοι δραστήριοι Έλληνες πατριώτες. Αλλά πιο λεπτομερειακά και επιστημονικά μπορεί να μελετηθεί αυτή η περίοδος της ζωής των Ελλήνων, αν ανατρέξουμε στο βιβλίο «Έγγραφα για την ιστορία των Ελλήνων της περιοχής Αζοφικής θάλασσας» του Σ. Καλογιέρωφ, ο πρώτος τόμος του οποίου με τίτλο «Από την Κριμαία προς την Ελληνική περιφέρεια της Μαριούπολης (1652-1783)» εκδόθηκε το 2008. Εδώ παρουσιάζονται τα στοιχειά, που απεικονίζουν την ζωή των Ελλήνων υπό την τουρκικο-ταταρική κυριαρχία τις τελευταίες δεκαετίες πριν από την μετοίκησή τους από την Κριμαία στα παράλια της Αζοφικής θάλασσας, περιγράφεται η διαδικασία της μετοίκησής τους, και η πρώτη αξιοποίηση των εδαφών της Ελληνικής περιφέρειας της  Μαριούπολης, που καθόρισε το κράτος για αυτούς.

Σ’αυτό το άρθρο οι πληροφορίες για τους σταθμούς της μετοίκησης των Ελλήνων από την Κριμαία στα παράλια της Αζοφικής θάλασσας βασίζονται στο βιβλίο της Ν. Τερέντιεβα και του Κ. Μπαλαμπάνωφ «Οι Έλληνες στην Ουκρανία», που εκδόθηκε το 2008 και στο χρονολογικό οδηγό των σημαντικών γεγονότων της περιόδου αυτής του Σ. Καλογέρωφ. Ταυτόχρονα, τον 17ο αιώνα, αρχίζει η καταστροφή της θρησκευτικής δομής των χριστιανών της Κριμαίας και η ανασύνδεση των ελληνορθόδοξων στοιχείων. Υπό τις συνθήκες της ολικής τούρκικης και τατάρικης κυριαρχίας που συνοδευόταν από την παρακμή της χριστιανικής θρησκευτικής και πολιτιστικής ζωής, διαδίδεται η  τουρκοποίηση των Ελλήνων. Η τατάρικη και η τούρκικη γλώσσα γίνονται επίσημες γλώσσες της Κριμαίας. Η ελληνική χρησιμοποιούταν αποκλειστικά μες στα πλαίσια των χριστιανικών κοινοτήτων. Οι συνέπειες των διαδικασιών αυτών ήταν η εμφάνιση των τουρκόφωνων (ουρούμοι) και οι ελληνόφωνων (ρουμαίοι) Ελλήνων. Παρ΄όλες τις γλωσσικές διαφορές, κατά τη γνώμη των επιστημόνων, οι Ουρούμοι και οι Ρουμαίοι ανήκουν στο ίδιο έθνος.

Τον 16ο-18ο αιώνα εμφανίζεται νέο κύμα των Ελλήνων εμπόρων στα ουκρανικά εδάφη. Είναι σπουδαία η συμβολή τους στην οικονομική και πολιτιστική ζωή των ουκρανικών πόλεων σαν Λβιβ, Νίζνα, Κίεβο, Οδησσός, Νικολάγιεφ κ.α. Οι Έλληνες έμποροι είχαν αρκετή υποστήριξη των τοπικών αρχών στην οικονομική, πολιτιστική, φιλανθρωπική δραστηριότητά τους, την ανάπτυξη των διεθνών σχέσεων. Είναι γνωστά και σήμερα μεταξύ των Ελλήνων της Ουκρανίας τα ονόματα των Ελλήνων εκείνης της εποχής, του Κωνσταντίνου Κορνιαχτού, των αδερφών Ζωσιμάδων, Υψηλάντη, των οικογενειών Ράλλη, Ροδοκανάκη, Μαυροκορδάτο, Μαρασλή κ.α.  

Οι Έλληνες είχαν σκορπίσει σε όλη τη σύγχρονη Ουκρανία, όμως η συντριπτική τους πλειονότητα εξακολουθούσε να ζει στην Κριμαία από τα αρχαία χρόνια. Τον 17ο-18ο αιώνα, υπό τον ζυγό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι περισσότεροι Έλληνες διατηρούσαν την ορθόδοξη θρησκεία τους, ασχολούνταν με εμπόριο, γεωργία, κτηνοτροφία και βιοτεχνίες.  Όμως, η κατάστασή τους ήταν πλήρως εξαρτημένη από την κρατική μωαμεθανική ιδεολογία. Τα κοινωνικά τους δικαιώματα ήταν περιορισμένα. Τα δικαιώματα των χριστιανικών κοινοτήτων και οι πολιτιστικές τους πρωτοβουλίες έβρισκαν κλειστή την πόρτα των αρχών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Από τα μέσα του 18ου αι. το συμφέρον της Ρωσικής κυβέρνησης αρχίζει να ιεραρχείται σε υψηλό βαθμό και επηρέασε πολύ όλο το σύστημα των κοινωνικών σχέσεων της χερσονήσου. Τότε η Ρωσία έθεσε σε εφαρμογή το σχέδιο για την επίτευξη των δύο σημαντικών και στενά συνδεδεμένων μεταξύ τους στρατηγικών στόχων: είσοδος στη Μαύρη Θάλασσα  και οικονομική αξιοποίηση των Βόρειων περιοχών του Εύξεινου Πόντου. Η Ρωσία προσέκρουσε στην αντίσταση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και έτσι για λόγους της εξασθένισης του γεωπολιτικού αντιπάλου της άρχισε την συστηματική δραστηριοποίηση ανάμεσα στον χριστιανικό πληθυσμό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και Κριμαίας.

Οι Ρώσοι διπλωμάτες ειδοποιούσαν πολλές φορές την Αγία Πετρούπολη, ότι οι χριστιανοί της Κριμαίας υφίστανται την επιρροή του ισλαμισμού που εξαπλώνεται ραγδαία. Τέτοιες πληροφορίες λάμβανε και το κέντρο του χριστιανισμού – η Κωνσταντινούπολη. Με σκοπό την αντίδραση στην διαφαινόμενη κατάσταση  αποφασίστηκε να διοριστεί το μέλος της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου Ιγνάτιος ως Μητροπολίτης Γοτθίας και Καφά – εστιών του ορθόδοξου χριστιανισμού στην Κριμαία.

Στις 23 Απριλίου του 1771 ο Ιγνάτιος έφτασε στην Κριμαία και απευθύνθηκε στους ντόπιους χριστιανούς μεταφέροντας μήνυμα της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης. Ο Μητροπολίτης παρατήρησε πως οι πρώην περήφανοι Έλληνες, που είχαν κατακτήσει αυτήν την ευλογημένη γη πριν από χιλιετίες, έγιναν τώρα λαός κατακτημένος, ταπεινωμένος, που υιοθέτησε τα έθιμα, τις παραδόσεις, την ενδυμασία και την γλώσσα των κυριάρχων της Κριμαίας, των Τούρκων και Τατάρων. (Οι Έλληνες κατοίκησαν την Κριμαία πριν τον 7ο αι. π.χ. Στο πρώτο μισό του 13ου αι. μ.χ. ήρθαν εδώ οι Τατάροι, οι δε Τούρκοι το 1475.)

Την δυσχερή θέση των χριστιανών στην Κριμαία αποδεικνύουν πολλά γεγονότα. Για παράδειγμα, λόγω μικρής προθυμίας στο να ομιλήσουν οι Έλληνες τα Ταταρικά, οι εξαγριωμένοι Τάταροι με μεγάλο θυμό μπορούσαν να σφάζουν τους χριστιανούς, να ερημώνουν τις εκκλησιές και τα μοναστήρια τους, να καταστρέφουν τις εικόνες και τα εκκλησιαστικά βιβλία  Σε συνθήκες απροστάτευτης ζωής, λόγω της καταπίεσης, σκληρότητας, άγριας αναίδειας και δεσποτικής αυθαιρεσίας από την πλευρά του κυρίαρχου πληθυσμιακά στοιχείου με διαφορετικό πολιτισμό ο χριστιανισμός της Κριμαίας εξαφανιζόταν σιγά-σιγά. Υπό την επίδραση των καθημερινών κοινωνικών συνθηκών οι χριστιανοί της Κριμαίας από το 16ο αι. άρχισαν να ακολουθούν τον τρόπο ζωής, την γλώσσα και τα έθιμα των Τατάρων. Το 18ο αι. η κοινωνική και οικογενειακή κατάσταση των χριστιανών κατοίκων είχε χάσει ήδη την πρωταρχική μορφή της. Η οικιακή οικονομία, η οικοδομική αλλά και η εστίαση είχαν δεχτεί ταταρική επίδραση. Υιοθετήθηκαν ταταρικά έθιμα. Άλλαξαν ακόμα και οι ιεροτελεστίες, άλλαξε και συρρικνώθηκε η πλούσια κλασσική γλώσσα των Ελλήνων. Στα ταταρο-τουρκικά, όμως με Ελληνικά γράμματα, γράφονταν τα κείμενα και τα έγγραφα των μητροπολιτών. Κυριαρχούσε η αγραμματοσύνη και η αποκτήνωση ανάμεσα στους ανθρώπους καθώς σχολεία δεν υπήρχαν. Τα Ελληνικά έμεναν μόνο ως γλώσσα της θρησκείας, της εκκλησιάς και του γραπτού λόγου, αν και σ΄αυτό τον τομέα  άρχισαν να υπεισέρχονται τα ταταρο-τουρκικά. Σταδιακά τα Ευαγγέλια  και τα άλλα εκκλησιαστικά βιβλία γράφονταν και σ’αυτή την γλώσσα. Όμως και σε τέτοιες δυσκολότατες συνθήκες πολλοί χριστιανοί προσπαθούσαν με μεγάλη επιμέλεια να διατηρήσουν την θρησκεία τους. Παρόλα αυτά, χαλάρωναν οι χριστιανικές αρχές και ο χριστιανικός πληθυσμός, και οι χριστιανικές επαρχίες απέβαιναν μειούμενες. Στην Κριμαία ο μητροπολίτης Ιγνάτιος αναδείχτηκε σε ηγέτη του χριστιανισμού, και κατέβαλε κάθε προσπάθεια για την αναγέννηση και διατήρηση της εθνικής αυτοσυνείδησης και ορθόδοξης θρησκείας των Ελλήνων.

Αυτή την περίοδο διεξήχθη ο Ρωσσοτουρκικός πόλεμος, κατά την διάρκεια του οποίου ο στρατός της Ρωσίας κατέκτησε την Κριμαία. Όπως είναι γνωστό, στις περιόδους των πολεμικών συγκρούσεων, οι σχέσεις μεταξύ των μουσουλμάνων και των χριστιανών της Κριμαίας κανονικά διήλθαν περίοδο έντασης. Η κοινωνική, θρησκευτική και εθνική καταπίεση των χριστιανών ανάγκασαν τον Ιγνάτιο να ζητήσει την υποστήριξη των Ελλήνων από τη Ρωσική κυβέρνηση.

Αυτές οι συνθήκες οδηγούσαν τον μητροπολίτη Ιγνάτιο να απευθυνθεί στην Αγία και Ιερά Σύνοδο και στην Αικατερίνη Β΄. Στις 29 Σεπτεμβρίου του 1771 απέστειλε επίσημη έκκληση στην Αγία Πετρούπολη, στην Ιερά Σύνοδο, στην οποία περιέγραφε ανάγλυφα την κατάσταση των Ελλήνων στην Κριμαία και ζητούσε να δεχτεί η Σύνοδος την επαρχία της Γοτθίας και Καφά. Στις  επιστολές του για την Αικατερίνη Β΄ το Νοέμβριο του 1771 και ακόμα το Δεκέμβριο του 1772 απευθύνθηκε με το αίτημα να απελευθερωθούν οι Έλληνες της Κριμαίας από την κυριαρχία των Τατάρων και να γίνουν υπήκοοι της Ρωσίας (όχι όμως και να μετοικήσουν στη Ρωσία).

Η Μεγάλη Αικατερίνη κατανόησε την σημασία για την Ρωσία της θετικής απάντησης  στην έκκληση του μητροπολίτη. Στα χρόνια αυτά η Ρωσική αυτοκρατορία καθίστατο ενιαίο και ισχυρό κράτος και γι’αυτό η εξάπλωση των οικονομικών, πολιτιστικών και πολιτικών αμοιβαίων σχέσεων με τις χώρες της Εγγύς Ανατολής και της Ευρώπης ήταν αντικειμενικός στόχος του κράτους και συντελούσε στην ενίσχυσή του. Αξιοποιώντας το αίτημα του μητροπολίτη ως σκοπό, η Ρωσία άρχισε να προωθεί ενεργητικά την ιδέα της μετοίκησης. Συνέβαλαν σ΄αυτό οι όροι της συνθήκης του Κιουτσούκ – Καΐναρτζή (1774), που υπογράφτηκε με το τέλος του Ρωσο-τουρκικού πολέμου, και στην βάση του οποίου η Ρωσία απέκτησε το νόμιμο δικαίωμα να επεμβαίνει στις εσωτερικές υποθέσεις της Οθωμανικής αυτοκρατορίας για την προστασία του χριστιανικού πληθυσμού.

Με σκοπό την υπαγωγή της Κριμαίας στην Ρωσία διορίστηκε ως επικεφαλής του Χανάτου της Κριμαίας ο δικός της υποψήφιος Σαγίν-Γιρέι. Όμως η δυσαρέσκεια προς τον ευνοούμενο από την Ρωσία Σαγίν-Γιρέι, η δυνατότητα παρέμβασης της Πύλης, η ασταθής θέση του Σαγίν-Γιρέι μετέτρεπε την Κριμαία σε χώρο σύγκρουσης και ήταν διάχυτη η επιθυμία τουλάχιστον του χριστιανικού πληθυσμού για ένωση με την Ρωσική αυτοκρατορία. Αυτό το γεγονός  μπορούσε να επισπευσθεί με την οικονομική αποδυνάμωση του Χανάτου, και με την απώλεια του δραστήριου οικονομικά χριστιανικού πληθυσμού, που ήταν η κύρια πηγή εισόδων για το βασίλειο.

Απ΄αυτό προκύπτει ότι τη μετανάστευση των χριστιανών από την Κριμαία προκάλεσαν λόγοι που έχουν σχέση πρώτα απ’όλα με τα συμφέροντα της Ρωσικής  αυτοκρατορίας. Αφενός, η Ρωσία επιδίωξε να υπονομεύσει την οικονομική βάση του Χάνατου της Κριμαίας με στόχο τη σταδιακή προσάρτησή του και την απόκτηση της κυριαρχίας στην Μαύρη θάλασσα. Οι χριστιανοί αποτελούσαν την βασική πηγή των φορολογικών εισόδων για την κυβέρνηση του Χανάτου και για τους πλούσιους Τάταρους. Η αφαίρεση αυτής της πηγής ενίσχυσης του κρατικού ταμείου θα οδηγούσε οπωσδήποτε στην οικονομική εξάρτηση του από την Ρωσία. Αφετέρου, η μετοίκηση των χριστιανών υπηρετούσε τον σκοπό της Ρωσικής κυβέρνησης για εποικισμό των νότιων ουκρανικών περιοχών, με στόχο την  επιτάχυνση της οικονομικής και δημογραφικής ανάπτυξη τους. Για πολλούς αιώνες αυτές οι στεππώδεις περιοχές στην νότια Ουκρανία όχι μόνο δεν απέφεραν κέρδη στο κράτος, αλλά και αποτελούσαν πηγή συνεχούς ανησυχίας και ταραχής, αφού οι περιοχές ήταν εκτεθειμένες στις τακτικές εισβολές των Τατάρων. Ακόμα ένας παράγοντας που έπαιξε ρόλο σ’αυτή την απόφαση αυτή ήταν η ρητή αναφορά στη συνθήκη ειρήνης μεταξύ της Ρωσικής και Οθωμανικής αυτοκρατορίας για «υπεράσπιση», και οι συνθήκες είχαν ωριμάσει για μία τέτοια ενέργεια.

Απ΄άυτό συνεπάγεται ότι ο σκοπός της Ρωσικής αυτοκρατορίας ήταν ξεκάθαρος. Η αυτοκρατορία προσπαθούσε να λύσει μερικά οξεία ζητήματα της – να εξασφαλίσει την προσάρτηση της χερσονήσου, να αποικίσει τις πρόσφατα προσαρτημένες Βόρειες περιοχές του Εύξεινου Πόντου και να κάνει το σημαντικό βήμα προς την γεωπολιτική κυριαρχία στις  Ανατολικές περιοχές της  Μεσογείου.

Σήμερα στην ιστοριογραφία ανασκευάζεται με επιχειρήματα η άποψη που είχαν πολλοί ερευνητές της Σοβιετικής Ένωσης και Ρωσίας του 19-20ου αι. για την ανυπόφορη μουσουλμανική καταπίεση των χριστιανών που τους οδήγησε στην μετοίκηση στο έδαφος της Ρωσίας, χώρας με ίδια θρησκεία. Σίγουρα, δεν μπορεί να υποστηριχτεί η ισότητα του χριστιανικού και μουσουλμανικού πληθυσμού. Οι χριστιανοί κατέβαλαν περισσότερους φόρους, ο πιο γνωστός από τους οποίους ήταν το «χαράτσι» (κεφαλικός φόρος για το δικαίωμα της ζωής στο μουσουλμανικό κράτος). Υπήρχε επίσης τελωνειακή, εμπορική, δικαστική και άλλου είδους φορολόγηση. Εκτός απ΄αυτά υπήρχε η υποχρέωση για υπηρεσία  στο μουσουλμανικό στρατό. Οι ιστορικοί του 19ου αι., και συγκεκριμένα οι Φ. Χαρταχάι και  Α. Μαρκέβιτς και άλλοι πολλές φορές υπογράμμιζαν τις τεταμένες σχέσεις μεταξύ των μουσουλμάνων και χριστιανών, που οξύνονταν την ώρα των πολέμων και κατέληγαν σε μαζικές βιαιοπραγίες. Όμως στα έργα μερικών σύγχρονων συγγραφέων παρέχονται τα επιχειρήματα, που επιτρέπουν από την μια μεριά να αξιολογηθεί η κατάσταση των χριστιανών στην Κριμαία και από την άλλη να καταγραφεί η κατάστασή τους την ώρα της μετανάστευσης. Η Λ.Γιακούμποβα παρουσιάζει τα δεδομένα για την οικονομική κατάσταση των χριστιανών στην Κριμαία. Έτσι η Ρωσική κυβέρνηση εξαγόρασε την σοδειά τους το 1778 – αντί 50 «τσετβερτάκ» ψωμιού (1 τσετβερτάκ αντιστοιχεί σε 12 πούτια ή σε 196, 56 κιλά). Επίσης οι 18 χιλιάδες Έλληνες πήραν μαζί τους περίπου 100 χιλιάδες αιγοπρόβατα και άλλα οικόσιτα ζώα. Και ίδιοι οι Έλληνες έλεγαν πως εγκατέλειψαν στο Χανάτο «…σπίτια, καταστήματα, νερόμυλους, αμπέλια και οπορωφόρα δέντρα, καλλιεργήσιμα χωράφια και βοσκοτόπια, καθώς και άλλα σημαντικά περιουσιακά στοιχεία». Όλα αυτά δεν αντιστοιχούν στην άποψη για την κοινωνικο-οικονομική  καταπίεση του χριστιανικού πληθυσμού. Κατά την άποψη της  Λ. Γιακούμποβα πρέπει να ανασκευαστεί εντελώς η θέση πως στη Κριμαία οι χριστιανοί καταπιέστηκαν σκληρά. Αφού την ώρα της μετοίκησης η πρωτεύουσα του Χάνατου της Κριμαίας Μπαχτσισαράι απαρτιζόταν από τρία μέρη: η καθαυτό πόλη Μπαχτσισαράι, κέντρο της οποίας ήταν το παλάτι του Χάνου και στην οποία υπερίσχυαν οι Τάταροι, η πόλη Μαουρούμ (Μαριάμ, Μάριουμ)  όπου κατοικούσαν οι Έλληνες με κέντρο το ναό της Σπηλαίας Ουσπένσκαγια, που βρισκόταν η έδρα του Έλληνα μητροπολίτη και η Κάλα (Τσουφούτ-Καλέ) με επικρατούσα την εβραϊκή θρησκεία και αντίστοιχο πληθυσμό. Η εγγύτητα των κέντρων  των τριών θρησκειών στην πρωτεύουσα της Κριμαίας καταδεικνύει τη μεγάλη ανεξιθρησκία στο Χανάτο – τουλάχιστον την ώρα του εκτοπισμού των Ελλήνων. Αυτή την άποψη κατέγραψε και η ερευνήτρια Α. Γεντιό, η οποία υποστήριξε την θεωρία για τη μεγάλη πνευματική και θρησκευτική αυτονομία των χριστιανών στην Κριμαία.

Ο σημαντικός παράγοντας που ώθησε τους Έλληνες στη μετανάστευση ήταν η πολιτική αστάθεια στο Χανάτο της Κριμαίας. Η συνεχής απειλή πολέμου, οι γεωπολιτικές συγκρούσεις μεταξύ Ρωσικής και Οθωμανικής αυτοκρατορίας εξασθενούσαν το Χανάτο οικονομικά και προκαλούσαν επιδείνωση των κοινωνικών αντιθέσεων, που κατέληξαν τελικά στη μορφή γενικευμένης σύγκρουσης. Την δυσαρέσκεια του χριστιανικού πληθυσμού, στον οποίον έπεφτε όλο το βάρος των πολέμων χειρίζονταν έξυπνα οι Ρώσοι διπλωμάτες.

Ιδιαίτερα πρέπει να υπογραμμιστεί η θέση του κλήρου – θρησκευτικών και κοινωνικών ηγετών της Ελληνικής κοινότητας. Οι ανώτερες Εκκλησιαστικές αρχές, που προωθούσαν την ιδέα της μετοίκησης και οι ίδιοι είχαν ανατραφεί με το όραμα της εθνικής απελευθερωτικής κίνησης στην Ελλάδα, διέκριναν στην μετοίκηση αυτή το σημαντικό χτύπημα στη μισητή Πύλη και την δυνατότητα της εθνικο-πολιτιστικής αναγέννησης του Ελληνικού λαού.

Γι΄αυτούς τους λόγους  οι Έλληνες ιερείς, και πρώτα απ΄όλα ο μητροπολίτης Ιγνάτιος δέχτηκε καλόβουλα την πρωτοβουλία της Ρωσίας σχετικά με μετοίκηση. Ο Ιγνάτιος, - σύμφωνα με τον Γ. Τιμοσέβσκιι, - «…ήταν ο πολιτικός, που καταλάβαινε καλά τις σχέσεις μεταξύ της Ρωσίας και της Κριμαίας….ήταν ο πραγματικός πατριώτης, που αποφάσισε, αξιοποιώντας τη γενική κατάσταση, να σώσει το ποίμνιό του όχι μόνο ως  χριστιανούς, αλλά και ως Έλληνες, στην αναγέννηση των οποίων και στο μέλλον τους πίστευε ειλικρινά και ήταν η βασική αρχή της ζωής του…»

Ο Μητροπολίτης Ιγνάτιος θεωρούσε πως παρόλο που υπήρχε καταπίεση των χριστιανών στη Κριμαία, ο Ελληνικός πληθυσμός διατήρησε στο μουσουλμανικό περιβάλλον την αίσθηση της εθνικής αυτοσυνείδησης και δεν έχασε τις πνευματικές ρίζες του. Εκείνος και ο ανηψιός του Ιβάν Γοζαντίνωφ υποστήριζαν με θέρμη την ιδέα της μετοίκησης των Ελλήνων από την Κριμαία στα παράλια της Αζοφικής θάλασσας. Ο Ιβάν Γοζαντίνωφ διάδιδε στους χριστιανούς τον «λόγο του Κύριου», προτρέποντάς τους  να δεχτούν εθελοντικά την υπηκοότητα της Ρωσίας. Εκτελώντας τη δύσκολη και επικίνδυνη εντολή του μητροπολίτη, ο Ιβάν Γοζαντίνωφ επισκεπτόταν κρυφά τις πόλεις και τα χωριά της Κριμαίας και έλεγε για την τιμή και τις υποσχέσεις, που διακήρυττε η Μεγάλη Αικατερίνη. Η αυτοκρατόρισσα συμφώνησε να εκπληρώσει τις απαιτήσεις των Ελλήνων, που εκτέθηκαν από τον μητροπολίτη Ιγνάτιο σε «Διάταγμα για τους χριστιανούς της Κριμαίας» που υπέγραψε τις 16 Απριλίου 1778. Σύμφωνα με τις απαιτήσεις τους καθορίστηκε η περιοχή για τους μετοίκους Έλληνες χριστιανούς  (το έδαφος μεταξύ των ποταμών Δνείπερου, Σαμάρας και Ορέλ). Όλα τα έξοδα σχετικά με την μετοίκηση θα τα κατέβαλε η Ρωσική κυβέρνηση. Οι μέτοικοι θα λάμβαναν τα χρήματα για την ίδρυση της πόλης και για δέκα χρόνια θα ήταν απαλλαγμένοι από κάθε φορολογία και από την υποχρέωση υπηρεσίας στο στρατό. Για τη διοίκηση στις νέες περιοχές οι Έλληνες επιθυμούσαν να εκλέγουν τους ηγέτες τους, και να έχουν εδαφική και θρησκευτική αυτονομία.

Η μετανάστευση των Ελλήνων πραγματοποιήθηκε με την βοήθεια των κύριων κοινωνικών παραγόντων της εποχής εκείνης, που συνέβαλαν σημαντικά σ΄αυτή την περίπλοκη ιστορική διαδικασία. Από την πλευρά της Ρωσικής κυβέρνησης ο πρώτος που έθεσε το ζήτημα για την άμεση μετοίκηση των Ελλήνων από την Κριμαία ήταν ο στρατάρχης, κόντης Π. Ρουμιάντσεβ-Ζαντουνάισκι, όμως πραγματικός εκτελεστής του σχεδίου ανέλαβε ο διοικητής του κριμαϊκού σώματος του ρωσικού στρατού Α. Σουβόρωφ. Αυτός θεωρούσε την εφαρμογή του σχεδίου της μετοίκησης των Ελλήνων από την Κριμαία στα παράλια της Αζοφικής ως σημαντική πολιτική υπόθεση και εξέδωσε την πλήρη γραπτή έκθεση  για την οργάνωση της μετανάστευσης. Ο Α. Σουβόρωφ υπολόγισε πως χρειάζονταν να έχουν 600 αμάξια για να εξαγοράσουν  τα σιτηρά, τα διάφορα εμπορεύματα, την περιουσία και τα σπίτια από τους Έλληνες. Υπολόγισε πως ήταν ανάγκη να καθοριστεί ο τόπος διαμονής τους, και στον τόπο αυτό να χτιστούν τα σπίτια για τους μετοίκους.  Για την προσωρινή διαμονή τον χειμώνα πρότεινε τα εδάφη κατά μήκος της όχθης του Ορέλ, τα χωρία Νοβοσέλιτσα, Κάμενκα, Πρωτοβτσάνοε, Τσάπλινκα. Εκτός απ’αυτό τόνισε την ανάγκη για επισιτισμό και για προστασία από την επίθεση των Τατάρων στην πορεία τους. Στο νέο τόπο οι Έλληνες έπρεπε να εφοδιαστούν με σπόρους για καλλιέργεια και να εξασφαλιστούν με τρόφιμα μέχρι να μαζέψουν τη νέα σοδειά. Οι χριστιανοί που ήταν αιχμάλωτοι από Τάταρους εξαγοράστηκαν από την Ρωσική κυβέρνηση και άρχισαν και αυτοί να ετοιμάζονται για τη μετοίκηση. Για την ταχεία και εθελοντική μετοίκηση του χριστιανικού πληθυσμού από την Κριμαία έλαβαν ορισμένα μέτρα, από τα οποία ήταν η μείωση του χρόνου καραντίνας, η προμήθεια με σιτάρι και τροφές  για τα ζώα των χριστιανών κτλ.

Ο Α. Σουβόρωφ προσπαθούσε να πείσει τους κατοίκους της Κριμαίας, ότι όλα γίνονταν για το συμφέρον τους. Όμως η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων παρόλο την επιδείνωση των συνθηκών ζωής μετά τον πόλεμο, δεν πίστευαν τόσο εύκολα στις πλούσια παρεχόμενες υποσχέσεις της Ρωσικής κυβέρνησης. Όπως σημειώθηκε πριν, η οικονομική κατάστασή τους  στην Κριμαία ήταν αρκετά καλή. Οι Έλληνες δεν ήθελαν να αφήσουν τα σπίτια, τις περιουσίες, τις εργασίες τους. Ήταν δεμένοι με την κριμαϊκή γη, εδώ είχαν τους φίλους, τους συγγενείς τους ακόμα και από τους μικτούς γάμους, τους τάφους των προγόνων τους. Πρέπει να τονιστεί ότι εμπόδιο ακόμα ήταν η απαγόρευση της διοίκησης της Κριμαίας για την μετοίκηση.

Γι’αυτό όταν στις 23 Απριλίου 1778 το Πάσχα ο μητροπολίτης Ιγνάτιος μετά την λειτουργία  ειδοποίησε τον λαό για την πρόσκληση της Μεγάλης Αικατερίνης  να μετοικήσουν στη Ρωσία, αυτή η είδηση όχι μόνο δεν προκάλεσε τον ενθουσιασμό που περίμενε αλλά και αντίδραση από την πλευρά μερικών Ελλήνων που δεν ήθελαν να μεταναστεύουν. Μόνο ύστερα από μακρόχρονες διαπραγματεύσεις, στις 16 Ιουλίου της ίδιας χρονιάς, ο μητροπολίτης και εκλεγμένοι Έλληνες εκπρόσωποι έστειλαν από το Μπαχτσισαράι το έγγραφο με τους όρους της μετοίκησης στη Ρωσία. Αυτές τις μέρες παρουσίασαν το Ιερό Μανιφέστο της εκκλησίας με επικεφαλής το μητροπολίτη Ιγνάτιο, το οποίο περιελάμβανε την περιγραφή της καταπίεσης των χριστιανών με την παράκληση να μετοικήσουν στη Ρωσία. Στις 17 Ιουλίου έστειλαν τις επιστολές στον Α. Σουβόρωφ και Λ. Ρουμιάντσεβ με αίτημα να χορηγηθεί στους χριστιανούς τον αυτοκρατορικό Σύμφωνο, που εγγυάται την εκτέλεση όλων των απαιτήσεων τους πριν από τη αποχώρηση τους. Στις 22 Μαΐου ο Σαγίν-Γιρέι δημοσίευσε το Διάταγμα που επέτρεπε στους χριστιανούς να μεταναστεύσουν χωρίς κίνδυνο. Ήδη στις 28 Ιουλίου η πρώτη ομάδα μετοίκων εγκατέλειψε το Μπαχτσισαράι. Ο αριθμός των μετοίκων έφτανε σε 70 Έλληνες και 9 Γεωργιανούς.

Στις 18 Σεπτεμβρίου 1778 υπό την καθοδήγηση του μητροπολίτη Ιγνάτιου από την Κριμαία ήρθε και η τελευταία ομάδα των χριστιανών. Ο Α. Σουβόρωφ έστειλε το γράμμα στην Ρωσική κυβέρνηση, πως η αποχώρηση των χριστιανών της Κριμαίας τελείωσε. Μαζί με το γράμμα ο Α. Σουβόρωφ  έστειλε πίνακα  με τον γενικό αριθμό των μετοίκων και πιο συγκεκριμένα με τον αριθμό των Ελλήνων μετοίκων και τους τόπους από τους οποίους αποχωρούσαν. Από τις πόλεις αποχωρούσαν: Κάφα (1647 άνθρωποι), Μπαχτσισαράι (1321), Καρασουμπαζάρ (1004), Κοζλώφ (174), Στάρι Κρίμ (109), Μπελμπέκ (703), Μπαλακλάβα (82). Από τα χωριά: Αλοατί (113), Σαπμαρί (103), Κομαρί (475). Ο γενικός αριθμός των μετοίκων ανερχόνταν στους 31.098 χριστιανούς, από τους οποίους 18.333 ήταν Έλληνες, 12.385 Αρμένιοι, 219 Γεωργιανοί, 161 Βλάχοι. Μετά την εγκατάλειψη των χριστιανών της Κριμαίας μερικά σπίτια τους κατοικηθήκαν από Τατάρους, και άλλα με συγκατάθεση του Χάνου και της κυβέρνησης έγιναν διαμερίσματα για τους Ρώσους στρατιώτες.  Για λίγο καιρό έμειναν στην Κριμαία 288 χριστιανοί, από τους οποίους οι 60 ήταν Έλληνες.

Παρόλα που ήταν εξαιρετικής αξίας ο πίνακας του Α. Σουβόρωφ, τα δεδομένα του παραποιούν σημαντικά την αλήθεια. Παίρνοντας υπ΄όψη τον αριθμό των αποθανόντων κατά τη διάρκεια της μετοίκησης και της ακόλουθης μετοίκησης το Σεπτέμβριο του 1778 σύμφωνα με την απογραφή του Απριλίου του 1779 στο κυβερνείο της Αζοφικής οι χριστιανοί που εγκατέλειψαν την Κριμαία ήταν 30.233, από τους οποίους ήταν 15.712 Έλληνες, 13.695 Αρμένιοι, 664 Γεωργιανοί και 162 Βλάχοι.

Η οργάνωση της μετοίκησης των Ελλήνων δεν ήταν καλή. Έγινε το φθινόπωρο και το χειμώνα. Μόλις οι μέτοικοι είχαν περάσει τα σύνορα της Περικοπής, άρχισαν σοβαρά προβλήματα. Η έλλειψη ζεστών ρούχων, τροφίμων ήταν μόνο μερικές από τις συμφορές που έπληξαν τους μετανάστες. Η έκρηξη των επιδημιών οδήγησε σε πολλές ανθρώπινες απώλειες. Σύμφωνα με τις εκτιμή­σεις των ιστορικών, κατά τη διάρκεια της μετοίκη­σης οι Έλληνες είχαν περίπου 3,5 - 4 χιλιάδες ανθρώπινες απώλειες (Σύμφωνα με τα δεδομένα του Σ. Καλογέρωφ ο γενικός αριθμός των ανθρωπίνων απωλειών μετά την εγκατάλειψη της Κριμαίας  και μέχρι το ερχομό των Ελλήνων στις περιοχές της Αζοφικής ανέρχεται σε 2,5 χιλιάδες ανθρώπους). Μερικοί  Έλληνες έφυγαν. Κατά την διάρκεια της πορείας υπήρξε μεγάλη ανησυχία. Αλλά ο μητροπολίτης Ιγνάτιος μπόρεσε να ενισχύσει τους ανθρώπους για να συνεχίσουν το ταξίδι τους. Αυτή την περίοδο ήταν δύσκολο να εξακριβώσουμε τον αριθμό των χριστιανών (ιδιαίτερα των Ελλήνων), που μετοίκησαν από την Κριμαία στις περιοχές της Αζοφικής. Είναι δύσκολο να εκτιμή­σουμε πόσοι άνθρωποι μετοίκησαν λόγω της μετανάστευσης από την Κριμαία στην Νοβορωσία που συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια. Οι ομάδες Ελλήνων έρχονταν στο φρούριο Αλεξάνδροβσκα (τώρα είναι η πόλη Ζαπορόζιε) και εγγράφονταν στον κατάλογο, περνούσαν την καραντίνα, και μετά συνέχιζαν την πορεία τους στα βόρεια του κυβερνείου Αζοφικής, κατά το μήκος των ποταμών Ορέλ και Σαμάρα από το Αικατερινοσλάβ (Δνειπροπετρόβσκ) και μέχρι το Χάρκοβο. Εδώ ξεχειμώνιασαν στα χωριά και αγροκτήματα. Ο μητροπολίτης Ιγνάτιος έμεινε στο μοναστήρι Σαμαρσκι Πουστίννο-Νικολάεβσκι, όπου εκτελούσε την λειτουργία, ταξίδευε στους τόπους διαμονής των Ελλήνων και τους βοηθούσε να τακτοποιήσουν τη ζωή τους. Πολλοί Έλληνες αναγκάστηκαν να ζουν χωρίς στέγη. Η αταξία της καθημερινής ζωής, η έλλειψη καταλυμάτων, το κρύο, η πείνα και οι πολλές ασθένειες έγιναν αιτίες της αυξημένης θνησιμότητα ανάμεσα στους μετοίκους ακόμα και της προσπάθειας για επιστροφή στη Κριμαία. Εκτός απ΄άυτό η τσαρική κυβέρνηση δεν εκπλήρωσε τις υποσχέσεις σχετικά με τόπο διαμονής των Ελλήνων. Τα εδάφη για την εγκατάσταση ήταν ήδη κατοικημένα.

Πολλές φορές οι Έλληνες απευθύνονταν στους Λ. Κωνσταντίνωφ και Α. Σουβόρωφ περιγράφοντας τις συμφορές τους και ζητούσαν βοήθεια. Έτσι το Απρίλιο του 1779  έγραφαν ότι πριν από την αναχώρηση τους από την Κριμαία έλαβαν υποσχέσεις ότι θα τους παρασχεθούν όμοια οικοδομήματα αντί για τις οικίες που είχανε και ότι σύμφωνα με τις επιθυμίες τους θα λάβουν τα εδάφη για τα νέα οικοδομήματα και θα εξασφαλίσουν όλα όσα απαιτούνται για τη εγκατάσταση. Όμως, μετά τον ερχομό τους οι διαβεβαιώσεις αυτές δεν τηρήθηκαν. Οι μέτοικοι ήρθαν σε τόπο που δεν υπήρχε ούτε νερό ούτε δέντρα. Και τους ανάγκασαν να υπογράφουν πως αυτό το έδαφος είναι κατάλληλο για διαμονή. Πολλοί απ΄αυτούς υπέφεραν από τις ληστείες. Στα μηνύματα στον Α. Σουβόρωφ οι Έλληνες περιέγραφαν την πείνα από την έλλειψη των τροφίμων.

Το Σύμφωνο που η τσαρική κυβέρνηση  υποσχέθηκε να χορηγήσει στους χριστιανούς πριν ακόμα την έναρξη της μετοίκησης, η Αικατερίνη Β΄ υπέγραψε τελικά στις 21 Μαΐου 1779. Ανάμεσα στα προνόμια που χορηγήθηκαν στους  άποικους πρέπει να σημειωθούν: μεγάλες εκτάσεις (30 ντεσιατίνες – 1, 09 του εκταρίου), χρηματική υποστήριξη για την οικοδόμηση των οικιών και εφοδιασμός με τρόφιμα, ισόβια απαλλαγή από την υπηρεσία στο στρατό, δυνατότητα ελεύθερης ανάπτυξης σε όλους τους τομείς της παραγωγής. Το Σύμφωνο ακόμα προέβλεπε την διοικητική αυτονομία των μετοίκων. Αυτό έδινε στους Έλληνες της Κριμαίας μεγάλες δυνατότητες ελεύθερης οικονομικής, αγροτικής και εθνικής ανάπτυξης στα πλαίσια της  διοικητικής, δικαστικής και θρησκευτικής αυτονομίας σε σχετικά ομοιογενή πληθυσμό.

Όμως παρόλο που ήταν πολλά τα προνόμια, το Σύμφωνο δεν όριζε ακριβώς τα εδάφη διαμονής των μετοίκων. Αυτό δεν ικανοποιούσε τους Έλληνες. Πέρασε ο δεύτερος χρόνος μετά την μετοίκηση, τελείωνε το καλοκαίρι και οι Έλληνες δεν ήθελαν ούτε να θερίζουν ούτε να χτίζουν τα σπίτια. Έτσι τον επερχόμενο χειμώνα έπρεπε πάλι να υποστηριχτούν από το κράτος, να προμηθεύονται τρόφιμα και να εξασφαλιστούν με καταλύματα για να περάσουν το χειμώνα.

Μόνο με την υπογραφή του «Εντάλματος του πρίγκιπα Γ. Ποτέμκιν στο στρατάρχη- υπολοχαγό Τσερτκώφ για την οργάνωση της ζωής των Ελλήνων στο κυβερνείο Αζοφικής» τις 29 Σεπτεμβρίου 1779 αυτό το πρόβλημα λύθηκε. Το Ένταλμα συμπλήρωνε τους όρους του Συμφώνου, όριζε επακριβώς τα νέα εδάφη για την αποίκηση των Ελλήνων. Σύμφωνα μ’αυτό το έγγραφο οι Έλληνες έπρεπε να κατοικήσουν στα παράλια της Αζοφικής θάλασσας, κοντά στο κάστρο Πετρόβσκαγια, που βρισκόταν στον τόπο της αποίκηση του χωρίου Αδομάχα – πρώην κέντρο της περιοχής στον ποταμό Κάλμιο. Στους Έλληνες χορηγηθήκαν 12 χιλιάδες ντεσιατίνες για την πόλη και 12 χιλιάδες ντεσιατίνες για κάθε χωριό. Το δημόσιο ταμείο είχε το δικαίωμα να δημεύσει αυτά τα εδάφη αν δεν αποικιστούν τα επόμενα 10 χρόνια. Εκτός απ’αυτό η κυβέρνηση ήταν υποχρεωμένη να παρέχει νέα εδάφη στην περίπτωση αύξησης του Ελληνικού πληθυσμού λόγω μετανάστευσης.

Στις 24 Μαρτίου του 1780 η Γραμματεία του κυβερνείου Αζοφικής δημοσίευσε το Διάταγμα για την πραγματοποίηση των όρων του Εντάλματος του Γ. Ποτέμκιν για την μετοίκηση της περιοχής της Μαριούπολης από τους Έλληνες.

Την άνοιξη και το καλοκαίρι το 1780 οι Έλληνες εγκατέλειψαν τους προσωρινούς τόπους διαμονής τους στην περιοχή κοντά στην Σαμάρα και περνώντας τον παλιό δρόμο των Κοζάκων στον Κάλμιο για την Μακέεβκα και το Βασίλεβο έφτασαν ανά ομάδες στην περιοχή κοντά στον Κάλμιο.

Στις πρώτες μέρες του καλοκαιριού οι Έλληνες με επικεφαλής τον μητροπολίτη Ιγνάτιο άρχισαν να χτίζουν την πόλη Μαριούπολη και τα χωριά στα όρια που καθόριζε το Ένταλμα του Ποτέμκιν τις 29ης Σεπτεμβρίου του 1779. Η οικοδόμηση της Μαριούπολης έγινε στην παραλία της Αζοφικής θάλασσας, στη δεξιά όχθη της εκβολής του ποταμού Κάλμιου, στον τόπο της οχύρωσης, που έπαψε να υπάρχει με την κατάργηση της Ζαπορόζσκα Σέτς (οχυρωμένη κοζάκικη περιοχή). Ακριβώς σ΄αυτό το μέρος ο κυβερνήτης της Αζοφικής Τσερτκώφ σχεδίαζε το 1778 να χτίσει την πόλη Παύλοβσκ. Εν τούτοις αυτό το σχέδιο δεν εφαρμόστηκε. Ο ολιγάριθμος πληθυσμός πού κατοικούσε σ΄αυτό το έδαφος πριν από την μετοίκηση των Ελλήνων (σύμφωνα με τα δεδομένα του 1779 – ήταν 179 κάτοικοι), έπρεπε να μετοικίσει σε άλλες περιοχές με αποζημίωση της περιουσίας τους.

Από τις τρεις βασικές απόψεις για την ημερομηνία της ίδρυσης της Μαριούπολης ο Σ. Καλογέρωφ θεωρεί την πιο τεκμηριωμένη την 8η Αυγούστου (26 Ιουλίου σύμφωνα με το παλιό ημερολόγιο) του 1780.

Το 1781 στη Μαριούπολη καταμετρήθηκαν 596 οικίες μα πληθυσμό 2.725 ανθρώπους. Για εκείνη την εποχή ήταν αρκετά μεγάλη πόλη. Π.χ., αυτό τον καιρό στο Ταγανρόγ κατοικούσαν μόνο 187 άνθρωποι, στην Αικατερινοσλάβ 336. Εκτός από την Μαριούπολη οι Έλληνες ίδρυσαν στη περιοχή της Αζοφικής 21 χωριά. Ουρούμ και Ρωμαίοι κατοικούσαν χωριστά. Οι Ουρούμ ίδρυσαν τα χωριά:  Μπέσεβ, Μπογατίρ, Καμάρα, Καράν, Κερμεντσίκ, Σταρι Κριμ, Λάσπη, Μάγγους και Ουλάκλι. Οι ρωμαίοι ίδρυσαν τα χωριά: Μπολσάια Καρακούμπα, Μπολσόι Γιαννησόλ, Κωνσταντινούπολη, Μαλογιαννησόλ, Σαρτανά, Στίλα, Τσερντακλί, Τσερμαλίκ, Ουρζούφ και Γιάλτα. Οι Γεωργιανοί που μετοίκησαν από την Κριμαία μαζί με τους Έλληνες, αποίκησαν χωριστά και ίδρυσαν το χωριό Γεώργιεβκα, που μετονομάστηκε αργότερα σε Ιγνάτιεβκα (προς τιμή του μητροπολίτη Ιγνάτιου). Αργότερα ήρθαν εκεί οι Βλάχοι  και οι Μολδαβοί. Τα πρώτα ελληνική χωριά που ιδρύθηκαν το Απρίλη το 1779 ήταν τα χωριά της περιοχής του σημερινού Βελικονοβοσέλοβσκ. Άλλα χωριά ιδρύθηκαν τον Απρίλη του 1780 μετά τη δημοσίευση του Διατάγματος από το κυβερνείο Αζοφικής για την αποίκηση της Μαριούπολης. Το χωριό Τσεμπρέκ έγινε η εικοστή πρώτη αποικία, που το 1781 ενώθηκε με το Μαλογιαννησόλ.

Ο Μητροπολίτης Ιγνάτιος λάμβανε μέρος με ιδιαίτερη φροντίδα όχι μόνο στη επιλογή των εδαφών για την οικοδόμηση της πόλης, των χωριών, αλλά και επιδείκνυε ιδιαίτερη προσοχή στην επιλογή του τόπου ανέγερσης των εκκλησιών. Συνέβαλε στην αναζήτηση των χρημάτων για την οικοδόμηση των κτιρίων και των εκκλησιών. Στις νέες περιοχές οι μέτοικοι έχτιζαν τις εκκλησιές πρώτα απ΄όλα προς τιμή εκείνων των Αγίων τους οποίους λάτρευαν στην Κριμαία. Έτσι, το 1780 ο Ιγνάτιος συνέβαλε στην ανέγερση της ξύλινης εκκλησιάς Ουσπένσκαια για τους καταγόμενους από την περιοχή Μαριάμ. Με άοκνες προσπάθειες συνέβαλε στο να χτιστούν σε όλα τα Ελληνικά χωριά εκκλησιές. Η λειτουργία εκεί γινόταν μόνο στα Ελληνικά, γεγονός που συνέβαλε στην εθνική απομόνωση των Ελλήνων και στην αναγέννηση του πνευματικού πολιτισμού τους. Οικοδομούσαν και ναούς προς τιμήν και άλλων Αγίων.

Το φθινόπωρο του 1780, μετά την αποίκηση, στο κυβερνείο της Αζοφικής υπολογίστηκαν 28.807 χριστιανοί, από τους οποίους οι 14.035 ήταν Έλληνες και Γεωργιανοί, 14.635 Αρμένιοι, από τους οποίους 14.266 κατοίκησαν στο Ναχιτσεβάνι. Μετά την αποίκηση, σύμφωνα με την πρώτη  απογραφή στο κυβερνείο της Αζοφικής, τον Ιούνιο του 1781 στην Μαριούπολη κατοικούσαν 14.483 Έλληνες, Γεωργιανοί και Βλάχοι, 11.968 Αρμένιοι, από τους οποίους περισσότεροι από 10.000 έμεναν στο Ναχιτσεβάνι.

Στη Μαριούπολη και τα κοντινά χωριά λειτουργούσαν 23 εκκλησιές με 45 ιερείς.

Στις 28 Ιουνίου του 1780 για την λύση των διοικητικών, αστυνομικών και δικαστικών προβλημάτων δημιουργήθηκε το ελληνικό δικαστήριο της Μαριούπολης, που λειτουργούσε μέχρι τις 30 Μαρτίου του 1783. Στο διάστημα 1783 έως 1869 το ελληνικό δικαστήριο αναγορεύτηκε σε όργανο διοίκησης της Μαριούπολης.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι  η μετοίκηση των Ελλήνων από την Κριμαία στις Βόρειες  περιοχές της Αζοφικής θάλασσας ήταν ένα από τα πλέον αξιοσημείωτα γεγονότα στην ιστορία της Ελληνικής διασποράς στην Ουκρανία. Είχε σημαντικά οικονομικά και πολιτικά αποτελέσματα και οδήγησε στην δημιουργία στο Ουκρανικό έδαφος μιας αρκετά ιδιαίτερης εθνικής και κοινωνικής ελληνικής εστίας. Οι βασικές αιτίες της μετοίκησης είχαν σχέση με σύμπλεγμα πολιτικών και οικονομικών συμφερόντων της Ρωσικής αυτοκρατορίας – από την επιδίωξη  να εξασφαλίσει σιγά-σιγά την προσάρτησή της Κριμαίας μέχρι την καθιέρωση της γεωπολιτικής κυριαρχίας της στην Ανατολική Μεσόγειο. Για το γεγονός επίσης σημαντικό ρόλο έπαιξε η ανάγκη για οικονομική αξιοποίηση των νότιων περιοχών της Ουκρανίας.

Καθοριστικό ρόλο στους Έλληνες διαδραμάτισαν οι οικονομικές παροχές  και η μελλοντική προοπτική αυτονομίας, που υποσχέθηκε η τσαρική κυβέρνηση.

Παρόλο που ήταν πολλές οι ανθρώπινες και υλικές απώλειες των Ελλήνων κατά τη διάρκεια της μετοίκησης, καθώς και η αβεβαιότητα για τον τόπο  διαμονής, αλλά και η μη τήρηση από πλευρά της τσαρικής κυβέρνησης των παρεχομένων υποσχέσεων, οι Έλληνες κατάφεραν να διευθετήσουν τη ζωή τους στα νέα εδάφη και να συνάψουν γόνιμες και φιλικές σχέσεις με τον Ουκρανικό και Ρωσικό πληθυσμό των Βορείων περιοχών της Αζοφικής, που αποτέλεσαν τη βάση της μελλοντικής δημιουργίας ενός αρμονικού πολυεθνικού περιβάλλοντος. Παρ΄όλες τις σημαντικές ανθρώπινες απώλειες και τις κακουχίες κατά τη διαδικασία της μετανάστευσης, τις αόριστες συνθήκες διαβίωσης και τις ανεκπλήρωτες υποσχέσεις της Ρωσίας, οι Έλληνες κατόρθωσαν να διοργανώσουν τη ζωή τους στους καινούργιους τόπους και να αποκτήσουν στενούς φιλικούς δεσμούς με τους Ουκρανούς και τους Ρώσους που κατοικούσαν στις περιοχές της Βορείου Αζοφικής με αποτέλεσμα το αρμονικό πολυεθνικό περιβάλλον να παραμένει μέχρι τη σύγχρονη εποχή.

Οι πρώτες δεκαετίες ήταν πολύ δύσκολές για τους Έλληνες μετανάστες οι οποίοι ήταν αναγκασμένοι να καλλιεργούν την απέραντη στέπα, να συνηθίσουν το πιο αυστηρό και κρύο κλίμα της Αζοφικής. Οι κακουχίες των πρώτων ετών προκαλούν ταραχές και  συγκρούσεις με αποτέλεσμα τις προσπάθειες μερικών Ελλήνων να γυρίσουν πίσω στην Κριμαία, ειδικά μετά την αποχώρηση της χερσονήσου από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, το 1783. Χάρη στις προσπάθειες του Μητροπολίτη Ιγνατίου και μετά τις σοβαρές απειλές της Ρωσικής Κυβέρνησης, οι συγκρούσεις σταμάτησαν. Ο Ιγνάτιος εκ μέρους όλων των Ελλήνων διαβεβαίωσε την Κυβέρνηση ότι θα καταβάλουν όλες τις προσπάθειες για να κατορθώσουν την καλλιέργεια της γης. Όμως, έως τη δεκαετία του ’20 του 19ου αιώνα, η βασική απασχόληση των Ελλήνων στην Αζοφική εξακολουθούσε να ήταν η κτηνοτροφία, και μετά η γεωργία.

Οι Έλληνες μετανάστες έφεραν μαζί τους στην Αζοφική τις γνώσεις τους, το γεγονός που συνέβαλε στην ανάπτυξη της βιοτεχνίας στην ευρύτερη περιοχή.

Η Μαριούπολη γίνεται εμπορικό κέντρο της Αζοφικής. Το εξωτερικό εμπόριο εξελίσσεται μετά την έναρξη της λειτουργίας στη Μαριούπολη τελωνείου (1800), Διεύθυνσης Εμπορίου (1808) και μεγάλων εμπορικών οίκων.

Τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα την κοινωνική και την πολιτική ζωή των Ελλήνων της Αζοφικής χαρακτηρίζει η αυτονομία τους και η λειτουργία του οργάνου τοπικής αυτοδιοίκησης - Ελληνικού Δικαστηρίου της Μαριούπολης.

Από τη δεκαετία του ’60 του 19ου αιώνα, παρατηρούνται σημαντικές αλλαγές στη ζωή της ελληνικής κοινότητας της Αζοφικής. Στους μη Έλληνες δίνεται άδεια να κατοικούν στην περιοχή της Μαριούπολης με αποτέλεσμα να καταργείται η ελληνική αυτοδιοίκηση της Αζοφικής. Από το 1866 καταργούνται τα προνομία των Ελλήνων που είχαν αποκτηθεί το 1779 με το Διάταγμα της Μ. Αικατερίνης. Σε τρία χρόνια καταργήθηκε και το Ελληνικό Δικαστήριο της Μαριούπολης.

Το 19ο αιώνα τα εδάφη της Αζοφικής συνεχίζουν να κατοικούνται. Εμφανίζονταν ουκρανικές, ρωσικές, λευκορωσικές και εβραϊκές αποικίες. Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία, στο τέλος της δεκαετίας του ’60 του 19ου αιώνα, το ποσοστό του ελληνικού πληθυσμού ανερχόταν σε 50%, όμως στη μέση του ’80 – σε 34% και στις αρχές του ’90 – σε 24%.

Η πολιτική της Ρωσικής Αυτοκρατορίας στο θέμα των εθνικών μειονοτήτων ακολουθούσε την τακτική . Ο ίδιος ήταν ο στόχος του συστήματος εκπαίδευσης.

Το πρώτο γυμνάσιο της Μαριούπολης άρχισε τη λειτουργία του με την πρωτοβουλία του γνωστού Έλληνα παράγοντα, καθηγητή Θεόκτιστου Χαρταχάι, καταγωγής από το ελληνικό χωριό Τσερντακλή.

Από τις αρχές του 20ου αιώνα στην Αζοφική λειτουργούν πολλές λογοτεχνικές και μουσικές σχολές, πολιτιστικές και εκπαιδευτικές ενώσεις.

Οι Έλληνες της Ουκρανίας έπαιξαν τον σημαντικότερο ρόλο στον απελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων κατά του οθωμανικού ζυγού. Η πατριωτική οργάνωση «Φιλική Εταιρεία» στην Οδησσό εκείνα τα χρόνια ήταν το κέντρο της προετοιμασίας της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Σπουδαίο ρόλο στις προετοιμασίες ανήκει στους ήρωες του απελευθερωτικού αγώνα, Υψηλάντη, Τσακάλωφ, Ξάνθο, Σκούφα, τον πρώτο πρόεδρο της Δημοκρατίας Ιωάννη Καποδιστρίας.

Μετά από την Οκτωβριανή Επανάσταση και την καθιέρωση του καθεστώτος των μπολσεβίκων, στη δεκαετία του ’20, οι Έλληνες, όπως και άλλοι λαοί της Σοβιετικής Ένωσης ζούσαν σε ασφυκτικές οικονομικές συνθήκες διαβίωσης, αλλά η πολιτική της δεκαετίας του ’20 εξασφάλισε κάποια πολιτιστική αυτονομία των μειονοτήτων στα πλαίσια της οποίας επιβίωσε και αναπτύχθηκε και ο ελληνισμός. Το 1926 σε 63 πόλεις και χωριά της Ουκρανίας διέμεναν 104.666 Έλληνες, από τους οποίους το 81,3% θεωρούσαν την ελληνική ως μητρική τους γλώσσα. Δημιουργούνται εθνικές μονάδες τοπικής αυτοδιοίκησης, λειτουργούν εθνικά εκπαιδευτικά και πολιτιστικά ιδρύματα. Το 1933 στη Μαριούπολη ανοίγει τις πόρτες του το Ελληνικό Θέατρο. Εκείνα τα χρόνια ανθίζει η λεγόμενη ελληνική σοβιετική λογοτεχνία, πρωτοπόρος της οποίας ήταν ο ελληνικής καταγωγής ποιητής Γεώργιος Κοστοπράφ (1903-1937).

Είναι γνωστά σε όλη την Ουκρανία τα ονόματα των Ελλήνων που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη ζωή όλης της χώρας: Πάσα Αγγέλινα, πρώτη γυναίκα-οδηγός τρακτέρ, Ιβάν Παπάνιν, πρώτος άνθρωπός που πάτησε το Βόρειο Πόλο, Γρηγόριος Μπαχτσιβαντζή, πιλότος του πρώτου υπερηχητικού αεροπλάνου, Κωνσταντίν Τσελπάν, πολεμικός μηχανικός κ.α.

Από τον Ιούλιο του 1937 στην ΕΣΣΔ αρχίζουν να επικρατούν οι μαζικές εξορίες και εκτελέσεις. Η λεγόμενη «ελληνική επιχείρηση» του Στάλιν είχε ως σκοπό την «αντιμετώπιση ενός ευρύ δικτυού τρομοκρατικών αντισοβιετικών εθνικών οργανώσεων των Ελλήνων, ο στόχος των οποίων ήταν η αποχώρηση των περιοχών όπου διαμένει συμπαγής αριθμός κατοίκων ελληνικής καταγωγής με αποτέλεσμα τη δημιουργία του αστικού φασιστικού κράτους». (Η υπ΄αριθμ. 50215 Εγκύκλιος του Υπουργού Εσωτερικών της ΕΣΣΔ από τις 11 Δεκεμβρίου 1937).

Σύμφωνα με τις μελέτες του Ιβάν Τζουχά, από 15-20 εκατ. άτομα τα οποία εκτελέστηκαν στην ΕΣΣΔ κατά το σταλινικό καθεστώς, οι Έλληνες, θύματα της «ελληνικής επιχείρηση, κατά τη χρονική περίοδο από το Δεκέμβριο 1937 έως το Μάιο 1938 ήταν πάνω από 22 χιλιάδες άτομα, από τα οποία 7600-9400 έμεναν στην Ουκρανία και 5700-6500 ήταν κάτοικοι της Αζοφικής. Το ποσοστό των Ελλήνων θυμάτων των «εθνικών» εκτελέσεων αποτελεί το 6,6%. Από τους συλληφθέντες το 1937-1938 Έλληνες, σκοτώθηκαν το 84,5%. Είναι το μεγαλύτερο ποσοστό μεταξύ όλων των εθνικών μειονοτήτων.

Οι σημερινές μελέτες των αρχείων και των ποινικών υποθέσεων εκείνης της περιοχής αποδεικνύουν τη ψευδολογία των κατηγοριών και τα περισσότερα λάθος κατηγορούμενα ονόματα αθωώθηκαν μετά θάνατον και αποκαταστάθηκαν. 

Η τραγωδία του ελληνικού λαού στην εποχή του Στάλιν είχε βαριές πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές συνέπειες. Καταστράφηκαν ελληνικές κοινοτικές παραδόσεις, εξοντώθηκαν χιλιάδες σημαντικές προσωπικότητες, πολιτικοί και πολιτιστικοί παράγοντες, διακόπηκαν πολιτιστικοί κρίκοι, η εθνική κουλτούρα των Ελλήνων της Ουκρανία υπέστη ανεκπλήρωτη ζημιά. Απαγορεύτηκε η ελληνική γραφή, έκλεισαν ελληνικά σχολεία, Παιδαγωγική Σχολή, εθνικές εκδόσεις και Ελληνικό Θέατρο.  

Η καταστροφή όλων των κέντρων της εθνικής πολιτιστικής ζωής στα τέλη της δεκαετίας του ’30, η αυταρχική πολιτική της σταλινικής κυβέρνησης ήταν εκείνοι οι αρνητικοί παράγοντες, η επιρροή των οποίων είχε βάλει σε κίνδυνο την ύπαρξη των Ελλήνων της Ουκρανίας ως μοναδικής εθνικής κοινότητας. Όμως, παρ΄όλες τις δυσκολίες, κακουχίες, διωγμούς και τρομοκρατίες οι Έλληνες της Ουκρανίας κατάφεραν να διατηρήσουν τον πολιτισμό τους, τα έθιμα και τις παραδόσεις τους, και, το πιο σημαντικό, την εθνική τους ταυτότητα.

Τα 1941-1945 οι Έλληνες της Ουκρανίας μαζί με άλλους λαούς της ΕΣΣΔ ενώθηκαν στον απελευθερωτικό αγώνα κατά του φασιστικού ζυγού. Πολλοί έπεσαν θύματα στα μέτωπα της Ευρώπης. Όμως, ύστερα από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ένα νέο κύμα των διωγμών ακολούθησε τους Έλληνες της Ουκρανίας. Μετά από ψεύτικες καταδικαστικές κατηγορίες, στις 24-27 Ιουνίου 1945 από την Κριμαία στις άγριες στέπες του Καζαχστάν, Σιβηρίας και Ασίας είχαν εκτοπιστεί πάνω από 15 χιλ. Έλληνες.

Η μακρά και ιδιαίτερα σκληρή για τις ξένες εθνότητες σταλινική περίοδος και ο πόλεμος διακόπτουν οριστικά τις πολιτισμικές εξελίξεις, αλλά δεν στάθηκαν ικανές να εξαφανίσουν τα εθνικά πολιτιστικά χαρακτηριστικά των ελληνικών πληθυσμών της Ουκρανίας.

Στη δεκαετία του ΄60 αρχίζει η αποσταλινοποίηση του καθεστώτος επί Χρουστσώφ και υπό τις συνθήκες αυτές αρχίζει η εθνικο-πολιτιστική αναγέννηση των Ελλήνων. αναπτύσσονται οι εθνογραφικές μελέτες, γλώσσα και πολιτισμός, λαϊκές τέχνες.

Σήμερα, στην Ουκρανία, σύμφωνα με την γενική καταγραφή του 2001, διαμένουν 91,5 χιλιάδες Έλληνες, 85% των οποίων είναι οι κάτοικοι  του Νομού Ντονιέτσκ. Στην πραγματικότητα οι Έλληνες είναι πολλοί περισσότεροι, όμως αναγκάστηκαν να κρύψουν την καταγωγή τους και μ’αυτό τον τρόπο να αποφύγουν τις διώξεις την εποχή του δικτατορικού καθεστώτος. Έτσι έφερε η ιστορία, ότι εδώ και 230 χρόνια,  την Αζοφική την κατοικεί ο Ελληνικός πληθυσμός. Οι Έλληνές της Αζοφικής έχουν διατηρήσει τις ιστορικές ρίζες τους, την εθνική τους αυτοσυνείδηση, τη γλώσσα, τον πολιτισμό, τις παραδόσεις τους.

Χάρη στις δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις και στην κρατική εθνική πολιτική για τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των Ελλήνων στην Ουκρανία φροντίζουν οι 106 Σύλλογοι στους 20 Νομούς της Ουκρανίας και στην Αυτόνομη Δημοκρατία της Κριμαίας, οι οποίοι από το 1995 ενώθηκαν στην Ομοσπονδία Ελληνικών Συλλόγων της Ουκρανίας (ΟΕΣΟ).


Warning: imagepng(): Unable to open './images/captcha/2ee45ec8f42e5c3c297df0a6d2f378c4.png' for writing: Permission denied in /var/www/html/greeks.ua/library/Zend/Captcha/Image.php on line 557

Назад

 

 
  • Αρχική
  •  
  • Ιστορία
  •  
  • Πολιτισμός
  •  
  • Πύλη Επιχειρήσεων
  •  
  • Ακίνητα
  •  
  • Κατάστημα



© Έλληνες της Ουκρανίας, 2008 - 2015 Νομική πληροφορία και προϋποθέσεις χρήσης Περί Πύλης