rus   ukr   ell   eng
         
  • Αρχική
  •  
  • Ιστορία
  •  
  • Πολιτισμός
  •  
  • Πύλη Επιχειρήσεων
  •  
  • Ακίνητα
  •  
  • Κατάστημα

Βίος του Μητροπολίτου Ιγνατίου

Ιγνάτιος, Μητροπολίτης της Μαριούπολης

 

 O ΙΓΝΑΤΙΟΣ  - κατά κόσμον Ιάκωβος Γοζαδίνος, μητροπολίτης Γοτθίας και Καφά, γεννήθηκε το 1716/1717 στο χωριό Κύθνος (Χώρα ή Μεσαριά) στο ομώνυμο νησί της Κύθνου (ονομάζεται και Θερμιά) και πέθανε στις 16.02.1786 στη Μαριούπολη. Καταγόταν από το γένος των Γκοζαδίνων οι οποίοι μετανάστευσαν στην Κύθνο τον 12ο αι. Το 1613 οι πρόγονοι του Ιγνατίου έχτισαν την εκκλησία του Αγ. Σάββα στην Κύθνο, η οποία λειτουργεί μέχρι και σήμερα. Το όνομα του παππού του ήταν Ιγνάτιος, το όνομα τού πατέρα του – Κωνσταντίνος. Ο τελευταίος είχε τρεις γιούς: τον μεγαλύτερο Αντώνη, τον Ιάκωβο (μετέπειτα Μητροπολίτη Ιγνάτιο) και τον μικρότερο Αντώνη. Σύμφωνα με κληρικά έγγραφα, το Μάιο του 1782 ο μητροπολίτης ήταν 65 χρονών, γι’αυτό πρέπει να έχει γεννηθεί περίπου ανάμεσα στον Ιούνιο του 1716 και τον Μάιο του 1717. Μαθήτευσε στο όρος Άθως κοντά σε καλόγερο συγγενή. Εκεί ο Ιάκωβος έγινε μοναχός και πήρε το όνομα του παππού του Ιγνατιίου. Στον Άθω ο Ιγνάτιος έλαβε εκκλησιαστική εκπαίδευση και πήρε όλους τους βαθμούς της εκκλησιαστικής ιεραρχίας φτάνοντας μέχρι το αξίωμα του επισκόπου. Στη συνέχεια τον κάλεσαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου έγινε μέλος της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου και έλαβε το αξίωμα του αρχιεπισκόπου.

Το 1771 ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως όρισε τον Ιγνάτιο μητροπολίτη Γοτθίας και Καφά στην Κριμαία. Στις 23 Απριλίου του 1771 ο Ιγνάτιος ήρθε στη μονή του Αγ. Γεωργίου στην Κριμαία, και στις 27 Απριλίου πήγε στα περίχωρα του Μπαχτσισαράι, στο χωριό Μαϊρούμ (ή Μάριουμ, ή Μάρϊινο), όπου ανέλαβε την μητροπολιτική έδρα της επισκοπής και έγινε ο 24ος και τελευταίος μητροπολίτης της.

Στην Κριμαία αναδείχτηκε σε γνήσιο ηγέτη του Χριστιανισμού και έβαλε όλες τις δυνάμεις του για την αναγέννηση των Ελλήνων και για τη διατήρηση της εθνικής τους συνείδησης και της Ορθοδοξίας. Σε αυτό το πλαίσιο μπορούμε να εξετάσουμε τα διαγγέλματά του προς τη ρωσική κυβέρνηση το 1771 έως το 1772 ώστε να γίνουν οι Έλληνες της Κριμαίας υπήκοοι της Ρωσίας, αλλά και την όλη δραστηριοποίησή του για τη μετοίκηση των χριστιανών της Κριμαίας στη Ρωσία.

Οι Έλληνες εγκαταστάθηκαν στην Κριμαία ήδη από τον 6ο αι. π.Χ. Έζησαν εκεί για πολύ καιρό σε σχέσεις φιλίας και ομόνοιας με τους ντόπιους κατοίκους. Αργότερα διέδωσαν και τον Χριστιανισμό. Στο πρώτο μισό όμως του 13ου αιώνα ήρθαν στην Κριμαία οι Τάταροι, οι οποίοι ασπάστηκαν το Ισλάμ. Με τον καιρό άρχισαν οι διωγμοί των χριστιανών. Αυτοί οι διωγμοί πολλαπλασιάστηκαν με τον ερχομό των Τούρκων στην Κριμαία το 1475. Με την παραμικρή αφορμή, για παράδειγμα, όταν οι Έλληνες αρνούνταν να μιλήσουν Ταταρικά, οι θυμωμένοι Τάταροι σκότωναν τους χριστιανούς και κατέστρεφαν τις εκκλησίες, τα μοναστήρια, τις εικόνες και τα εκκλησιαστικά βιβλία τους. Κάτω από τέτοιες συνθήκες, εξαιτίας της καταπίεσης, της άγριας θρασύτητας και της αυθαιρεσίας από την πλευρά των Τατάρων που είχαν έναν πολιτισμό ξένο για τους χριστιανούς, η χριστιανική θρησκεία στην Κριμαία σταδιακά εξαφανιζόταν. Κάτω από την επίδραση των δεδομένων κοινωνικών συνθηκών και των όρων ζωής, οι Χριστιανοί της Κριμαίας από τον 16ο αι. άρχισαν σταδιακά να ακολουθούν τον τρόπο ζωής, τη γλώσσα και τα έθιμα των Τατάρων. Τον 18ο αι. ο κοινωνικός και οικογενειακός τρόπος ζωής των χριστιανών έχασε εντελώς την πρωταρχική μορφή του. Τα σπίτια και το φαγητό έγιναν ταταρικά, όπως και τα έθιμα. Ακόμα και οι εκκλησιαστικές ιεροτελεστίες είχαν αλλάξει. Η πλούσια κλασική γλώσσα των Ελλήνων παραμορφώθηκε και φτώχυνε. Οι χάρτες και οι διαταγές των μητροπολιτών γράφονταν στην τουρκο-ταταρική γλώσσα, με ελληνικά όμως γράμματα. Ο λαός ήταν αγράμματος. Σχολεία δεν υπήρχαν. Η ελληνική γλώσσα παρέμενε μόνο η γλώσσα της θρησκείας, της εκκλησίας και της γραφής. Όμως και σ’αυτόν τον τομέα άρχισε να εισβάλει η τουρκο-ταταρική γλώσσα. Σ’αυτήν τη γλώσσα άρχισαν να δημοσιεύονται τα Ευαγγέλια και άλλα εκκλησιαστικά βιβλία. Αν και κάτω από τέτοιες κρισιμότατες συνθήκες πολλοί χριστιανοί προσπαθούσαν με ακόμα περισσότερο ζήλο να διατηρήσουν τη θρησκεία τους, ο χριστιανικός πληθυσμός μειωνόταν, όπως μειωνόταν και ο αριθμός των χριστιανικών επισκοπάτων.  Το 1678 οι τελευταίες χριστιανικές επισκοπές της Κριμαίας, αυτές της Γοτθίας και του Καφά ενώθηκαν σε μία, τη λεγόμενη Ορθόδοξη Επισκοπή Γοτθίας και Καφά, με έδρα πρώτα το μοναστήρι του Αγ. Γεωργίου και μετά τη μονή Ουσπένσκι, στο χωριό Μαριάμ (Μαριάμπολη) κοντά στο Μπαχτσισαράι.

Σε αυτή την κατάσταση ο νέος μητροπολίτης Ιγνάτιος βρήκε τον χριστιανισμό και τους Έλληνες της Κριμαίας όταν ήρθε εκεί. Τρόμαξε από αυτά που είδε. Οι κάποτε περήφανοι γιοί της Ελλάδας, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν σ’αυτά τα ευλογημένα μέρη χιλιάδες χρόνια πριν, τώρα μετατράπηκαν σε έναν καταβεβλημένο και εξευτελισμένο λαό, που υιοθέτησε τα ήθη, τα έθιμα, την ενδυμασία και τη γλώσσα των καινούργιων κυρίαρχων της Κριμαίας, δηλαδή των Τατάρων και των Τούρκων. Ο μητροπολίτης Ιγνάτιος αποφάσισε να απελευθερώσει τους χριστιανούς από έναν τέτοιο ζυγό και να μη λυπηθεί τη ζωή του. Σε σύντομο χρονικό διάστημα αυτός είχε την ευκαιρία να υλοποιήσει το όνειρό του.

Το 1768 η Οθωμανική Αυτοκρατορία ξεκίνησε τον καινούργιο Ρωσοτουρκικό πόλεμο, και επειδή δεν είχε προετοιμαστεί κατάλληλα γι’αυτό, έπαθε πολλές καταστροφές. Τον Ιούνιο και τον Ιούλιο του 1771 τα ρωσικά στρατεύματα κατέλαβαν πολλές πόλεις της Κριμαίας. Τον Αύγουστο κατέλαβαν τον Καφά, που επισκεπτόταν κι ο Ιγνάτιος μετά την πρόσκληση Ρώσων πολέμαρχων. Η παρουσία των ρωσικών στρατευμάτων συνέβαλε στην ενίσχυση της θέσης των χριστιανών στη Χερσόνησο της Κριμαίας. Ο Ιγνάτιος αποφάσισε να  εκμεταλλευτεί την κατάσταση που δημιουργήθηκε στην Κριμαία. Συγκεκριμένα, στις 29 Σεπτεμβρίου του 1771 υπέβαλε αίτηση στην Ιερά Σύνοδο να δεχτεί την επισκοπή του στους κόλπους της. Τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου απευθύνεται στην Αικατερίνη τη Β’ με την παράκληση να δώσει στους Έλληνες της Κριμαίας ρωσική υπηκοότητα. Όταν ο μητροπολίτης δεν έλαβε απάντηση, στις 8 Δεκεμβρίου του 1772 απευθύνει ξανά με παράκληση στην Αικατερίνη τη Β’. Ζητά προστασία των χριστιανών που ζούσαν στην Κριμαία, όπως σε υπηκόους της που είχαν την ίδια θρησκεία. Ωστόσο εξαιτίας της πολιτικής κατάστασης αυτή την εποχή, η Ρωσία δεν μπορούσε να ικανοποιήσει την παράκληση του μητροπολίτη. Σε λίγο όμως οι συνθήκες είχαν αλλάξει.

Το 1777 ανάμεσα στους Τάταρους, οι οποίοι ήθελαν την Κριμαία να επανέλθει υπό την ηγεσία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αυξάνεται η δυσαρέσκεια σχετικά με πολιτική του χάνου Σαγκίν Γκιρέϊ. Στις 5 Οκτωβρίου του 1777 ξέσπασε καινούργια εξέγερση, η οποία διήρκησε ως το τέλος Φεβρουαρίου του 1778. Προκειμένου την οικονομική εξασθένιση του χανάτου και για την εξάρτησή του από τη Ρωσία η Αικατερίνη η Β’ πήρε την απόφαση για μετοίκηση των χριστιανών της Κριμαίας, οι οποίοι αποτελούσαν τη βασική πήγη εισόδων του χανάτου. Παίρνοντας υπ’όψιν αυτό το γεγονός, ακόμα και την πιθανή αποχώρηση των ρωσικών στρατευμάτων, ο διοικητής των στρατευμάτων στην Κριμαία έλαβε εντολή να προτείνει στους χριστιανούς να μετακομίσουν στο κυβερνείο της Αζοφικής ή της Νοβορωσίισκ, και εκεί οι κυβερνήτες έλαβαν διαταγή να βοηθούν στην υποδοχή και την εγκατάστασή τους. Σημαντικό ρόλο στην οργάνωση της μετοίκησης έπαιξε ο μητροπολίτης Ιγνάτιος.

Ο μητροπολίτης Ιγνάτιος δεν μπορούσε να φανταστεί τέτοια αλλαγή στη ζωή των Ελλήνων της Κριμαίας, και επειδή ήθελε να διατηρήσει την ταυτότητα των Ελλήνων και το ποίμνιο του, υπέβαλε αιτήματα σχετικά με τη μετοίκηση των Ελλήνων στη Ρωσία, το βασικότερο από τα οποία ήταν η πολιτική και πνευματική τους αυτονομία, δηλαδή να εγκατασταθούν χωριστά από τα άλλα έθνη και να έχουν δικαίωμα να εκλέγουν οι ίδοιοι την διοίκησή τους. Επίσης ο μητροπολίτης ήθελε την επισκοπή Γοτθίας και Καφά να παραμένει αυτόνομη και να υποτάσσεται μόνο στην Ιερά Σύνοδο. Καταλάβαινε ωστόσο ότι αν οι απαιτήσεις του δεν ικανοποιηθούν, δεν θα υπήρχαν πολλοί εθελοντές για να μετακομίσουν. Για το λόγο αυτό ο μητροπολίτης θεωρούσε ότι χρειαζόταν χρόνος για να μεταπειστούν οι Έλληνες και να μετοικήσουν στη Ρωσία.

Στις 23 Απριλίου κατά την πασχαλινή λειτουργία στην εκκλησία Ουσπένσκαγια κοντά στο Μπαχτσισαράι, ο Ιγνάτιος πληροφόρησε το ποίμνιό του για την πρόταση της Ρωσίας που αφορούσε την μετοίκηση χριστιανών στα εδάφη της. Από εκείνη την στιγμή αρχίζει η προσπάθεια του κλήρου και των έμπιστων του μητροπολίτη, ιδιαίτερα δε του ανιψιού του, του μέλλοντος καπετάνιο Ιβάν Γκοζαδίνωφ, τον οποίο ο Ιγνάτιος κάλεσε από την Κύθνο, να διαφωτίσουν τους Έλληνες να μετιοκήσουν στη Ρωσία. Η βάση της προπαγάνδας ήταν η έκκληση του μητροπολίτη, στην οποία αυτός περίγραφε την κατάσταση των χριστιανών στην Κριμαία: μόνιμη απειλή για τη ζωή των Ελλήνων, αμφίβολη κατάσταση, ανικανότητα να κηρύττουν ελεύθερα τη θρησκεία τους, και από την άλλη πλευρά ευδαιμονία που ανέμενε τους χριστιανούς στη Ρωσία: το απαραβίαστο της περιουσίας τους, η πλήρης ασφάλεια της ζωής τους και της υπόληψής τους, η ελεύθερη άσκηση των ιεροτελεστιών, της λιτανείας και του καλέσματος των πιστών στην εκκλησία.

Μετά την επίμονη και την μακρόχρονη εργασία του μητροπολίτη και του κλήρου έγινε δυνατό να πείσουν κάποιους χριστιανούς να μετοικήσουν στη Ρωσία. Επιπλέον, την οργάνωση της μετοίκησης των χριστιανών στις 18 Μαΐου την ανέθεσαν στον πολέμαρχο, νέο διοικητή των ρωσικών στρατευμάτων στην Κριμαία και στην Κούμπαν, στρατηγό Σουβόρωφ. Μετά την επίμονη προπαγάνδα του μητροπολίτη και του κλήρου ψηφίστηκε στις 16 Ιουλίου του 1778 η «Απόφαση των χριστιανών της Κριμαίας» που συντάχθηκε από τον Ιγνάτιο και στην οποία διατυπώθηκαν οι όροι της μετοίκησής τους. Αυτούς τους όρους ( «τα άρθρα του μητροπολίτη Ιγνατίου») αποδέχτηκε και ο αρμενικός κλήρος. Αυτοί οι όροι αργότερα αποτέλεσαν τη βάση των εγγράφων με την παραχώρηση δικαιωμάτων που δόθηκαν στους Έλληνες και Αρμενίους μετοίκους το 1779. Αν και οι όροι των χριστιανών δεν έρχονταν σε αντίθεση με τους ρωσικούς νόμους, και υπογράφτηκαν από τον Σουβόρωφ, ο μητροπολίτης ήδη στις 17 Ιουλίου ζήτησε να τους δώσουν βασιλικό έγγραφο με το οποίο θα εγγυόταν την εκπλήρωση των όρων. Ήταν αδύνατο να εκπληρωθεί η παράκλησή του αμέσως, όμως ο Σουβόρωφ υπέγραψε τους όρους και ο Ρουμιάντσεφ υποσχέθηκε ότι «οι ορθόδοξοι χριστιανοί πρέπει να είναι σίγουροι ότι θα βρουν στη Ρωσία ήσυχη ζωή, πιθανή ευημερία και τέτοια οφέλη που δε θα μπορούσαν να φανταστούν». Σε περίπτωση έλλειψης εγγυητικών εγγράφων, ο μητροπολίτης έπρεπε να καταβάλει περισσότερες προσπάθειες για να πείσει τους χριστιανούς να μεταναστέψουν, αφού όχι μόνο οι Τάταροι αλλά και πολλοί χριστιανοί ήταν κατά της μετοίκησης. Οι Τάταροι δεν ήθελαν να χάσουν την οικονομική ευημερία τους, που τους έδινε η εκμετάλλευση της εργασίας των χριστιανών, γι’αυτό ήταν κατά της μετοίκησής τους. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τον κίνδυνο στον οποίο βρέθηκαν οι χριστιανοί. Πολλοί από αυτούς, ιδιαίτερα οι ιερείς βρίσκονταν υπό την φρούρηση των Τατάρων, και η εκτέλεση τους ήταν αναπόφευκτη. Πολλοί χριστιανοί επίσης ήταν κατά της μετοίκησης λόγω αβεβαιότητας. Γι’αυτό στις αρχές του Αυγούστου ο κλήρος ξεκίνησε πιο δραστήρια διαφωτιστική προπαγάνδα στους χριστιανούς. Δημοσιεύτηκε το μανιφέστο του Ιγνάτιου, στο οποίο αυτός εξέφραζε δριμεία κριτική κατά του ταταρικού ζυγού και καλούσε όλους τους χριστιανούς να μετοικήσουν. Χάρη στην προσπάθεια του κλήρου και των Ρώσων στρατιωτικών μετά τις πρώτες δύσκολες μέρες, η μετοίκηση επιταχύνθηκε ήδη στα μέσα του Αυγούστου και τελείωσε στις 18 Σεπτεμβρίου. Αυτήν την ημέρα, μαζί με τους τελευταίους μέτοικους με προορισμό τη Ρωσία ξεκίνησε και ο οργανωτής της μετανάστευσης, ο μητροπολίτης Ιγνάτιος. Από την Κριμαία έφυγαν πάνω από 30 χιλιάδες χριστιανοί συμπεριλαμβανομένων 8 χιλιάδες παιδιά. Όλοι οι μέτοικοι χριστιανοί από την Κριμαία προσέρχονταν στο φρούριο του Αλεξάνδρου (η παρούσα πόλη Ζαπορόζιε) για την καταγραφή τους. Στις 24 Οκτωβρίου του 1778 ήρθε εκεί και ο μητροπολίτης Ιγνάτιος, ενώ στις 29 Οκτωβρίου ήρθαν οι τελευταίοι μέτοικοι. Οι δυσκολίες φαίνονταν πως έμεναν πίσω, όμως οι βαριές δοκιμασίες περίμεναν τον Ιγνάτιο και μετά τη μετοίκηση στη Ρωσία. Αν και με την πάροδο του χρόνου δημιουργήθηκε η περιοχή της Μαριούπολης για τους Έλληνες και διατηρήθηκε η επισκοπή Γοτθίας και Καφά που υπαγόταν κατ’ευθείαν στην Ιερά Σύνοδο – αυτό έγινε αρκετά αργότερα. Στην αρχή οι πρώτοι χριστιανοί περίπου για ενάμισι χρόνο μετά την φυγή τους από την Κριμαία ζούσαν σε πολύ δύσκολες συνθήκες εξαιτίας της ιδιορρυθμίας των αρχών του κυβερνείου της Αζοφικής, ιδιαίτερα του κυβερνήτη Τσερτκώφ, της έλλειψης προετοιμασίας και της αδυναμίας τους να δεχτούν τους μέτοικους. Οι Έλληνες εγκαταστάθηκαν στα εδάφη από τις ακτές των ποταμών Ορέλ και Σαμάρα (όπου σήμερα βρίσκεται η πόλη Δνειπροπετρώφσκ) ως το Χάρκωφ και ζούσαν στα χωριά είτε στα σπίτια των ντόπιων κατοίκων είτε στην ύπαιθρο σε οχήματα. Ο ίδιος ο μητροπολίτης εγκαταστάθηκε στη μονή του Αγ. Νικόλα της Σαμάρας, λειτουργούσε στη μονή, επισκεπτόταν τις περιοχές διαμονής των Ελλήνων, και ασχολούνταν με τα ζητήματα δημιουργίας της μονής του Μεγαλομάρτυρα και Νικηφόρου Αγίου Γεωργίου στα εδάφη του σημερινού Παβλογκράντ. Αυτήν την εποχή οι χριστιανοί, εξαιτίας των κακών συνθηκών ζωής είχαν πολλές ανθρώπινες απώλειες. Άρχισαν λοιπόν να κατηγορούν τον Ιγνάτιο, θεωρώντας τον ένοχο για όλα τα βάσανά τους. Ο ίδιος ο μητροπολίτης έγινε θύμα της νωθρότητας και της ιδιορρυθμίας της διοίκησης του κυβερνείου, η οποία δεν ήθελε να πάρει υπ’όψιν της τους όρους που έθεσαν οι χριστιανοί πριν από την μετοίκησή τους. Τον Μάρτη και τον Απρίλη του 1779 ο Ιγνάτιος επισκέφτηκε τους τόπους της προσωρινής διαμονής των Ελλήνων, υποστηρίζοντάς τους πνευματικά και συμμετέχοντας στις εκστρατείες κατά της βίαιας μετοίκησης των Ελλήνων στους τόπους που όρισε η διοίκηση του κυβερνείου χωρίς την συγκατάθεσή τους, έγραφε γράμματα στη διοίκηση, την παρακαλούσε και την κατέκρινε, όμως όλα ήταν μάταια. Στα μέσα του Απριλίου του 1779 απευθύνθηκε στους Ρώσους οργανωτές της μετοίκησης και τους κατηγόρησε για τη μη εκπλήρωση των υποσχέσεων τους, στις αρχές του Μαΐου ζήτησε από τον Ποτιόμκιν ακρόαση σχετικά με το πρόβλημα ορισμού των τόπων κατοικίας των χριστιανών. Πτάγματι τον μητροπολίτη τον κάλεσαν στην Αγία Πετρούπολη, για συμμετοχή στη συζήτηση σχετικά με την τακτοποίηση των τόπων κατοικίας των Ελλήνων. Χάρη στην επιμονή του Ιγνατίου, με διαταγή του Ποτιόμκιν από τις 29 Σεπτεμβρίου του 1779, και μετά με διαταγή της Αικατερίνης  της Β’ από τις 2 Οκτωβρίου, δημιουργήθηκε η ελληνική περιοχή της Μαριούπολης, τον Απρίλιο του 1780 άρχισε να κατοικείται ο τόπος, όπου χτίστηκε η πόλη Μαριούπολη και 21 ελληνικά χωριά, δημιουργήθηκε το ελληνικό δικαστήριο της Μαριούπολης – το όργανο που εκπλήρωνε τις διοικητικές, τις αστυνομικές και τις δικαστικές λειτουργίας σ’εκείνη την περιοχή. Ταυτόχρονα με την εγκατάσταση των Ελλήνων, το 1780 ο Ιγνάτιος χτίζει τις εκκλησίες της Μαριούπολης (την εκκλησία του Αγ. Χαραλάμπου, την εκκλησία της γέννησης της Θεοτόκου, την εκκλησία Ουσπένσκαγια, στην οποία βρισκόταν η αρχαία εικόνα της Παναγίας της Οδηγήτριας που την έφεραν από την Κριμαία, και την εκκλησία της Θεοδώρας και του Στρατηλάτου), ενώ παράλληλα συμμετέχει στο χτίσιμο και στο άγιασμα των εκκλησιών στα χωριά της περιοχής. Δυστυχώς όμως, μετά τον κατοικισμό της περιοχής της Μαριούπολης οι Έλληνες αντιμετώπιζαν δύσκολες συνθήκες, και πάλι εξαιτίας της νωθρότητας και αδιαφορίας της τοπικής διοίκησης. Άρχισε ο λιμός και πολλοί άνθρωποι πέθαναν. Ο συνολικός αριθμός των θανάτων των Ελλήνων μετά την έξοδο από την Κριμαία και μέχρι τον κατοικισμό της Αζοφικής έφτανε τους 2,5 χιλιάδες ανθρώπους. Η ένταση μεταξύ των ορισμένων Ελλήνων και του Ιγνατίου αυξήθηκε. Έτσι ο Ιγνάτιος δεν βρήκε ησυχία ούτε στον καινούργιο τόπο. Μετά την εγκατάστασή του στη Μαριούπολη ο Ιγνάτιος έμενε σε ένα απλό αμπρί, όπως και οι πιο φτωχοί κάτοικοι της πόλης. Εκτός από αυτό, αμέσως μετά την εγκατάστασή του, στις 7 Σεπτεμβρίου στο σπίτι του ξέσπασε πυρκαγιά και κάηκε η περιουσία του καθώς και πολλά έγγραφα που περιείχαν την ιστορία της επισκοπής και της μετοίκησης των Ελλήνων στη Ρωσία. Αν και μετά την πυρκαγιά τού έχτισαν ένα άνετο σπίτι, ο μητροπολίτης δεν μπορούσε να βρει εκεί την ησυχία, αφού «στενοχωριόταν για τους συμπατριώτες του». Για την πνευματική του ανάπαυση επέλεξε να μείνει σε εξοχικό σπίτι σε απόσταση 5 χιλιόμετρα από την πόλη, στο άνω Κάλμιους, όπου του έδωσαν εδάφη με έκταση 1500 ντεσιατίνες. Εκεί καλλιεργούσε τον κήπο του και έχτισε ένα πέτρινο κελλί για να προσεύχεται. Κοντά στο κελλί έχτισε το σπίτι. Σ’εκείνο τον τόπο ήθελε να χτίσει και μοναστήρι προς τιμή του Αγίου Γεωργίου. Ο πρόεδρος  όμως του Ελληνικού δικαστηρίου, θεωρώντας τις ενέργειες του μητροπολίτη παράνομες, συγκέντρωσε το πλήθος, και αυτοί χάλασαν τον φράχτη και κατέστρεψαν τον κήπο. Ο μητροπολίτης μετά τη λειτουργία ζήτησε από τους πιστούς του να εγκαταλείψουν τους αντιπάλους και καταράστηκε εκείνους μαζί με τον πρόεδρο. Όμως οι δικαστές «κατά τη διάρκεια της ζωής του Μακαριώτατου με κακοβουλία τους προσπαθούσαν να τον προσβάλουν με διάφορους τρόπους». Αυτές οι προσβολές οδήγησαν στον πρόωρο θάνατο του μητροπολίτη. Στις 16 Φεβρουαρίου του 1786, μετά την ασθένεια που διήρκησε 14 μέρες, ο Ιγνάτιος πέθανε στο εξοχικό σπίτι του και «τον ενταφίασαν ιερείς από το ποίμνιο του» στο καθεδρικό ναό του Αγ. Χαραλάμπου. Σύμφωνα με τα έθιμα της εποχής και τη διαθήκη του τον ενταφίασαν καθιστό. Του έστησαν το μνημείο, όμως με τη διαταγή του Δωροφαίου, επισκόπου της Θεοδοσίας, το μνημείο το παραμέρισαν και κάλυψαν τον τάφο με σανίδες. Πάνω στον τάφο έθεσαν την εικόνα του Αγ. Γεωργίου, την οποία ο ίδιος πήρε από την Κριμαία. Ο Ιγνάτιος άφησε διαθήκη σύμφωνα με την οποία έδωσε την περιουσία του στους διάφορους ιερείς και στις εκκλησίες της πόλης και της περιοχής. Το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του αυτός το έφερε από την Κριμαία. Σύμφωνα με τα έγγραφα της κατάσχεσης, ένα μέρος της περιουσίας ανήκε στον μητροπολίτη, άλλο μέρος ανήκε στις διάφορες εκκλησίες και στη μονή του Αγ. Γεωργίου. Δυστυχώς, με το θάνατο του μητροπολίτη οι ταραχές δεν ησύχασαν. Σύμφωνα με τον ανιψιό του μητροπολίτη Ιβάν Γκοζαδίνωφ, το Ελληνικό δικαστήριο μιάμιση ώρα μετά το θάνατο του μητροπολίτη σφράγισε τις αίθουσες με τη σφραγίδα του και έβαλε φρουρά χωρίς να προειδοποιήσει τον διοικητή της πόλης και χωρίς την παρουσία συγγενών. Οι σχέσεις με τους συγγενείς του μητροπολίτη άρχισαν να είναι τεταμένες. Ο ανιψιός του Ιβάν, που βοηθούσε σημαντικά τον μητροπολίτη με τη μετοίκηση, έφυγε στην Κριμαία, εγκαταστάθηκε κοντά στο Μπαχστισαράι και πέρασε εκεί όλη τη ζωή του. Ο δεύτερος ανιψιός του, Αλέξανδρος, έφυγε στην Αικατερινοσλάφ, έλαβε τίτλο ευγενείας και συνέχισε το γένος των Γκοζαδινών στη Ρωσία. Ο έγγονός του, Α.Ι. Γκοζαδίνωφ, του 1887-1917 δούλευε ως πρόεδρος του διοικητικού συμβούλιου της Μαριούπολης.

Όμως οι μέτοικοι δεν αξιοποίησαν την εργασία του μητροπολίτη προς το όφελός τους  μόνο κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής τους στον νέο τόπο. Ο μητροπολίτης Ιγνάτιος μπορεί να πέθανε, αλλά η ανεκτίμητη προσφορά του στο έργο της ορθοδοξίας παραμένει, όπως παραμένουν και οι καρποί της εργασίας του για τη διατήρηση της ταυτότητας των Ελλήνων της Μαριούπολης και τη τακτοποίηση της ζωής τους στη Ρωσία. Στην Αζοφική οι Έλληνες απέκτησαν πνευματική (θρησκευτική) αυτονομία, στα όρια της περιοχής της Μαριούπολης είχαν πολιτική αυτοδιοίκηση και μεγάλα προνόμια, απελευθερώθηκαν από τη θητεία στον στρατό, ενώ στις κατοικημένες περιοχές απαγορεύτηκε η εγκατάσταση στρατιωτικών τμημάτων. Για το λόγο αυτό οι απόγονοι των Ελλήνων μετοίκων σέβονταν πολύ τον μητροπολίτη. Επιπλέον, οι Έλληνες της Μαριούπολης συνέδεαν τις πολυάριθμες φυσικές καταστροφές που έγιναν μετά το θάνατο του μητροπολίτη – για παράδειγμα συχνές ξηρασίες – με τις κατάρες του Ιγνατίου και τιμούσαν τη μνήμη του. Και τα εγγόνια των μετοίκων εκτιμούσαν πολύ τους καρπούς της εργασίας του και πάντα απένειμαν τιμές στον πνευματικό ηγέτη των μετοίκων και ιδρυτή της Μαριούπολης. Αυτό μαρτυρούν και οι τιμές με τις οποίες αυτοί περιέβαλαν τον Ιβάν Γκοζαδίνωφ, όταν αυτός ερχόταν από την Κριμαία, ακόμα και τον γιο του Ιγνάτιο που ονομάστηκε έτσι προς τιμή του μητροπολίτη παππού του (επισκέφτηκε τον τάφο του μητροπολίτη το 1820). Όμως οι πρώτοι που αναγνώρισαν την αξία της εργασίας του ήταν οι κάτοικοι του χωριού Γεώργεγιεφκα, που χτίστηκε στην Αζοφική από τους αιχμάλωτους Γεωργιανούς και Βλάχους, που εξαγοράστηκαν από τους Τατάρους κατά τη μετοίκηση. Αυτό το χωριό το μετονόμασαν σε Ιγνάτιεφκα όταν ο μητροπολίτης ζούσε ακόμα (είναι το χωριό Σταροιγνάτιεφκα της περιοχής του Τελμάνσκ, νομού Ντονέτσκ). Στη συνέχεια τα χωριά Νοβοιγνάτιεφκα και Μαλοιγνάτιεφκ, που αποσπάστηκαν από αυτό το 1882 και το 1911, διατήρησαν επίσης το όνομα του μητροπολίτη.

Η ιστορία επίσης δεν σώπασε πολύ καιρό για τον μητροπολίτη Ιγνάτιο. Η εργασία του δεν μπορούσε να μην κερδίσει την απαιτούμενη προσοχή. Ο αρχιεπίσκοπος Γαβριήλ ήταν ο πρώτος που αναφέρθηκε στην εργασία του Ιγνάτιου. Στο άρθρο του, που δημοσιεύτηκε το 1844, τον ονόμασε τον Μωυσή των Ελλήνων της Μαριούπολης. Παρόμοια άρθρα εμφανίστηκαν στις δεκαετίες του 50 και του 60 το 19ο αι. Όμως ο μητροπολίτης έγινε ξακουστός μόνο μετά τα γεγονότα του 1845.

Το 1845 για την εκκλησία του Αγ. Χαραλάμπου στη Μαριούπολη χτίστηκε καινούργιο κτήριο αντί του παλιού. Οι Έλληνες της πόλης και της περιοχής απευθύνθηκαν στην Ιερά Σύνοδο με την παράκληση να τους επιτρέψουν να μεταφέρουν την τέφρα του μητροπολίτη στο καινούργιο κτήριο, όμως η Ιερά Σύνοδος τους απαγόρεψε να το κάνουν. Το 1847 οι Έλληνες απευθύνθηκαν ξανά στην Ιερά Σύνοδο με την παράκληση να θέσουν το μνημείο στον τάφο του μητροπολίτη με έξοδά τους μετά το γκρέμισμα της παλιάς εκκλησίας. Η Ιερά Σύνοδος πρότεινε αντί του μνημείου να χτίσουν παρεκκλήσι. Αφού όμως για το χτίσιμο αυτού του παρεκκλησιού χρειαζόταν να γκρεμιστεί εντελώς ο παλιός ναός, με τον οποίο ήταν δεμένοι ιερές και πολύτιμες αναμνήσεις για την μετοίκηση των Ελλήνων από την Κριμαία και για την εγκατάσταση τους σ’αυτά τα εδάφη, το πρόβλημα με το μνημείο δεν λύθηκε.

Το 1867 οι Έλληνες της Μαριούπολης ήγειραν εκ νέου ζήτημα για το μνημείο προς τιμήν του ευεργέτη τους. Ζήτησαν να τους επιτρέψουν να ξαναρχίσουν την λειτουργία της παλιάς εκκλησίας του Αγ. Χαράλαμπου, με το όνομα της εκκλησίας της Αγ. Αικατερίνης με έξοδά τους, και με την υποχρέωση να προμηθεύουν την εκκλησία με όλα τα απαραίτητα για τη λειτουργία της. Όταν έλαβαν την άδεια, άρχισαν την επισκευή και το Μάιο του ίδιου χρόνου, κατά την πλακόστρωση του πατώματος ξαφνικά αποκαλύφθηκε ο τάφος του μητροπολίτη, με το άφθαρτο σώμα του Μακαριότατου Ιγνάτιου καθιστό.

Οι κάτοικοι της Μαριούπολης δεν ήξεραν πώς να εκφράσουν τον σεβασμό στον ευεργέτη τους και έκαναν όσα ήταν δυνατό, για να εξιλεωθούν από τις αμαρτίες των προγονών τους. Γιόρτασαν με επισημότητα τα εκατό χρόνια από τον θάνατο του Ιγνάτιου. Στις 15 Ιανουαρίου του 1886 το Διοικητικό Συμβούλιο της πόλης αποφάσισε να κάνουν μνημόσυνο στον τάφο του μητροπολίτη, στην εκκλησία της Αγ. Αικατερίνης στις 16 Φεβρουαρίου του 1886, ημέρα θανάτου του Ιγνάτιου. Επίσης το Συμβούλιο της πόλης πήρε απόφαση να χορηγεί υποτροφία προς τιμήν του μητροπολίτη Ιγνάτιου στην πνευματική σχολή και να τοποθετήσουν στην αίθουσα του Διοικητικού Συμβούλιου της πόλης το πορτρέτο του μητροπολίτη.

Οι ακραίες αλλαγές συνέβησαν με τον ερχομό της σοβιετικής εξουσίας. Οι πιστοί απαρνούνταν πάνω τη θρησκεία τους, οι εκκλησίες έκλειναν και γκρεμίζονταν. Το 1936 γκρεμίστηκε η εκκλησία της Αγ. Αικατερίνης και τα άγια λείψανα του μητροπολίτη μεταφέρθηκαν στο υπόγειο του εθνογραφικού μουσείου της πόλης. Το 1942 με συμμετοχή πολλών ατόμων τα λείψανα μεταφέρθηκαν στο ναό που βρισκόταν σε ένα από τα πενταώροφα κτήρια. Τον Σεπτέμβριο του 1943 υποχωρώντας από την πόλη οι Γερμανοί έβαλαν φωτιά σε πολλά σπίτια και ανάμεσα τους ήταν αυτό το πενταώροφο κτήριο, όπου βρισκόταν  ο ναός. Ο υποδιάκονος και σήμερα – πρωθϊερευς Β. Μουλτίχ μάζεψε τα λείψανα που σώθηκαν και τα μετέφερε στο Σβιάτο –Πρεομπραζένσκιι, ναό της Μαριούπολης, ο οποίος τότε βρισκόταν στο λιμάνι και μετά μεταφέρθηκε στο Τσερέμουσκι. Το 1993, όταν χτίστηκε και αγιάστηκε ο καθεδρικός ναός του Αγ.Νικολάου στη Νοβοσέλοφκα της Μαριούπολης, τα λείψανα του μητροπολίτη μεταφέρθηκαν στο ναό, όπου βρίσκονται και σήμερα. Το 1999 ένα μέρος τους μεταφέρθηκε στη μητροπολιτική έδρα του Ιγνάτιου στο Μπαχτσισαράι.

Στις 11 Ιουνίου του 1997, με απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Ουκρανικής Ορθόδοξης εκκλησίας, ο μητροπολίτης Ιγνάτιος Μαριουπολίτης ανακηρύχθηκε τοπικός άγιος της Ουκρανίας. Στις 15 Νοεμβρίου του 1998 στο ναό του Αγ.Νικολάου έγινε η τιμητική λειτουργία. Από εκείνη την στιγμή ο Αγ. Ιγνάτιος έγινε ο καινούργιος προστάτης για τους ορθόδοξους χριστιανούς της Μαριούπολης, του νομού Ντονέτσκ και όλης της Ουκρανίας.

Στη Μαριούπολη ιδρύθηκαν 2 μνημεία προς τιμή του μητροπολίτη Ιγνατίου (το 1998 και το 2008). Στη πόλη του Ντονέτσκ λειτουργεί ο ναός του Αγίου Ιγνάτιου του Μαριουπολίτη (χτίστηκε και αγιάστηκε το 2003). Πολλές Αγίες Τράπεζες των εκκλησιών της Μαριούπολης και του Ντονέτσκ πήραν το όνομα του αγίου.

Σ.Α. Καλογιέρωφ.

  Μετάφραση Ι.  Οστριακόβα

  Επιμέλεια  Ι. Μπέγκου

 

 

 

Η διαμονή του Μητροπολίτη Ιγνατίου στο μοναστήρι του Αγ. Νικολάου της Σαμάρας

 

Το 1778 το μοναστήρι του Αγ. Νικολάου της Σαμάρας τιμήθηκε από την διαμονή του Ιγνάτιου, Έλληνα μητροπολίτη Γοτθίας και Καφά. Υπό την ηγεσία και την άγρυπνη παρατήρηση του μητροπολίτη Ιγνατίου, στις 17 Σεπτεμβρίου 1778 έχοντας εγκαταλείψει την Κριμαία και έχοντας ξεκινήσει για τη Ρωσία, ο Έλληνες μετά τη μακροπρόθεσμη πορεία τους στο Ζαπορόζιε, έφτασαν επιτέλους στη Νοβοσέλιτσα (σημ.Νοβομοσκόφκα). Ο ρωσικός πληθυσμός τους συνάντησε και τους δέχτηκε με φιλοφροσύνη και έτσι οι Έλληνες σύμφωνα με τη διαταγή της διοίκησης και με δική τους επιθυμία εγκαταστάθηκαν στη Νοβοσέλιτσα, στο χωριό Τσερνέστεμκαι και σε άλλα γειτονικά χωριά για τον χειμώνα. Και ο ηγέτης των μέτοικων, μητροπολίτης Ιγνάτιος μαζί με το προσωπικό του και με τον αγαπημένο του πρωθιερέα Τριφύλλη Καρατσόγλου εγκαταστάθηκε στο μοναστήρι του Αγ. Νικολάου της Σαμάρας. Πολλές φορές εκτελούσε εδώ τη λειτουργία στην ελληνική διάλεκτο και ήταν ήσυχος και ικανοποιημένος με όλα. Στις 21 Ιουνίου 1779 ο μητροπολίτης Ιγνάτιος μαζί με τον πρωθιερέα Τριφύλλη Καρατσόγλου με πρόσκληση του πρίγκιπα Ποτιόμκιν ταξίδευε από τη μονή της Σαμάρας στην Αγία Πετρούπολη. Εκεί τον υποδέχτηκαν η Βασίλισσα, η Ιερά Σύνοδος και οι αξιωματούχοι με ευγένεια και επισημότητα. Όταν τον τίμησαν, αυτός με μεγάλη ικανοποίηση, ύστερα από 4 μήνες, τον φθινόπωρο του ίδιου χρόνου γύρισε στη Σαμάρα, πιο συγκεκριμένα στη μονή της Σαμάρας, και λίγο μετά, τον Φεβρουάριο του 1780 μαζί με τους συμπατριώτες του ξεκίνησε για την περιοχή, την οποία οι συμπατριώτες του διάλεξαν για μόνιμη κατοικία και όπου ζουν και σήμερα, την περιοχή της Μαριούπολης. Πριν να εγκαταλείψει το μοναστήρι, αποχαιρετώντας τους, ειλικρινά ευχαριστούσε και ευλογούσε όλους για τη θερμή υποδοχή, για το κέρασμα και για την συμπάθεια καθ΄όλη τη διάρκεια της διαμονής του εκεί. Με όλη του την καρδιά τους ευχήθηκε να έχουν φυσική υγεία και ψυχική σωτηρία, και παρακαλούσε όλους να στρέψουν την προσοχή τους στον κύριο ναό του μοναστηριού, που ήταν ετοιμόρροπος και απεριποίητος.

Τα τελευταία λόγια του μητροπολίτη Ιγνάτιου εντυπώθηκαν βαθιά στις καρδιές των μοναχών και του ηγουμένου τους. Ο ηγούμενος του μοναστηριού και οι μοναχοί επίσης συνειδητοποίησαν την ανάγκη να επισκευάσουν το ναό της μονής. Όμως εν μέρει εξαιτίας της ασταθούς πολιτικής κατάστασης της εποχής και εν μέρει εξαιτίας της μακρόχρονης διεξαγωγής της δίκης σχετικά με τα εδάφη του μοναστηριού, αυτοί δεν μπορούσαν να ξεκινήσουν την επισκευή. Συγκινημένοι όμως από τα λόγια του μητροπολίτη αποφάσισαν χωρίς αναβολή να αρχίσουν την επισκευή του ναού χωρίς να λυπηθούν δυνάμεις και έξοδα…

 

Τα σπουδαιότερα γεγονότα με χρονολογική σειρά

(Όλες οι ημερομηνίες είναι με το παλαιό ημερολόγιο)

 

            1678 – Ίδρυση της ορθόδοξης Επισκοπής της Γοτθίας και Καφά στην Κριμαία λόγω της συγχώνευσης της μικρής σε πληθυσμό Καφαϊκής Επισκοπής με τη Γοτθική. Ύστερα από τη μετανάστευση των Ελλήνων στην περιοχή του Αζόφ η Επισκοπή της Γοτθίας και Καφά μεταφέρθηκε στη Μαριούπολη. Μετά το θάνατο του Μητροπολίτη Ιγνατίου (16 Φεβρουαρίου 1786) η Επισκοπή της Γοτθίας και Καφά διαλύθηκε και στη θέση της δημιουργήθηκε η Θεοδοσιακή Οργάνωση των Βικάριων της Μαριούπολης για τη διοίκηση των ελληνικών εκκλησιών. Στις 16 Οκτωβρίου του 1799 διαλύθηκε και αυτή και οι ελληνικές εκκλησίες ενώθηκαν με την  Κατερινοσλαβική  Επισκοπή.

            Μάιος 1712 - Απρίλιος 1713 – Τη χρονική αυτή περίοδο γεννήθηκε στην Κύθνο (Κυκλάδες) ο Ιάκωβος Γοζαντίνωφ, ο μετέπειτα Μητροπολίτης Ιγνάτιος. Πέθανε στις 16 Φεβρουαρίου του 1786 (29 Φεβρουαρίου σύμφωνα με το νέο ημερολόγιο).

            23 Απριλίου 1771 – Με απόφαση του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ο Ιγνάτιος τοποθετήθηκε στην Κριμαία ως Μητροπολίτης της Επισκοπής της Γοτθίας και Καφά.

            Σεπτέμβριος 1771 – Τα Ρωσικά στρατεύματα κατέλαβαν τη χερσόνησο της Κριμαίας.

            29 Σεπτεμβρίου 1771 – Αποστολή αιτήματος του Μητροπολίτη Ιγνατίου προς την Ιερά Σύνοδο για τη συμμετοχή της Επισκοπής της Γοτθίας και Καφά στη Σύνοδο.

            8 Δεκεμβρίου 1772 - Αποστολή αιτήματος του Μητροπολίτη Ιγνατίου προς την Αικατερίνη II για την πολιτογράφηση των Ελλήνων στη Ρωσία (όχι όμως για τη  μετεγκατάστασή τους).

            10 Ιουλίου 1774 - Υπογραφή της συνθήκης ειρήνης του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή, σύμφωνα με την οποία το Χανάτο της Κριμαίας έγινε ανεξάρτητο.

            9 Μαρτίου 1778 – Διαταγή της Αικατερίνης Β΄ στον Γ. Α. Ποτέμκιν και απάντηση του Π. Α. Ρουμιάντσεβ για τη  μετεγκατάσταση των χριστιανών της Κριμαίας στη Ρωσία.

             Τέλη Μαρτίου 1778 – Ανακοίνωση της προτάσεως της Αικατερίνης Β΄ στον Μητροπολίτη Ιγνάτιο για τη  μετεγκατάσταση των χριστιανών της Κριμαίας στη Ρωσία.

            4 Απριλίου 1778 – Ο Μητροπολίτης Ιγνάτιος εξασφάλισε τις προϋποθέσεις σχετικά με τη μετεγκατάσταση των Ελλήνων της Κριμαίας στη Ρωσία (διασφάλιση εγγυήσεων  για ασφαλή μετεγκατάσταση, εδαφική αυτονομία στη νέα περιοχή, αποίκηση χωριστά από τις άλλες εθνότητες, ελεύθερη επιλογή οργάνων διοίκησης, πνευματική αυτονομία, διατήρηση της θέσης του Μητροπολίτη ως το τέλος της ζωής του - υφιστάμενος στην Ιερά Σύνοδο με αποκλειστικό δικαίωμα διορισμού των ιερέων, απαλλαγή των Ελλήνων από την στρατολογία νεοσυλλέκτων και την πολιτική υπηρεσία χωρίς τη θέλησή τους, αποζημίωση των Ελλήνων για την αναγκαστική εγκατάλειψη της ακίνητης περιουσίας τους, λογικό φόρο και παροχή  προνομιών στη νέα περιοχή εγκατάστασης, άδεια για την χρήση των υδάτων των ποταμών).

            16 Απριλίου 1778 – Ο Μητροπολίτης Ιγνάτιος έθεσε και πέτυχε   συμπληρωματικούς όρους σχετικά με τη  μετεγκατάσταση των Ελλήνων στη Ρωσία. Την ίδια ημέρα ο Α. Δ. Κωνσταντίνωβ ανέφερε στον Π. Α. Ρουμιάντσεβ, ότι οι προϋποθέσεις της 4ης Απριλίου 1778 σχεδόν δεν εξασφάλιζαν τους χριστιανούς, (υπήρχε σχετική  προπαγάνδα ότι μόλις τα Ρωσικά στρατεύματα φύγουν από την Κριμαία, μετά τη σύναψη της συνθήκης ειρήνης με την Τουρκία, οι Τάταροι θα σκοτώσουν όλους τους χριστιανούς). Γι το λόγο αυτό ο Μητροπολίτης  έθεσε τους  συμπληρωματικούς όρους όπως η παραχώρηση δικαιώματος μεταφοράς της περιουσίας των χριστιανών, η παραχώρηση των σπόρων για τη σπορά την άνοιξη του 1779, η διατροφή των χριστιανών έως το θέρισμα του 1779, το χτίσιμο των σπιτιών τους στον τόπο εγκατάστασής τους, η χορήγηση επιδομάτων για την ανάπτυξη και τη μετακόμιση των φτωχών χριστιανών, του Μητροπολίτη και των ιερέων.

            23 Απριλίου 1778 (Πάσχα) - Ανακοίνωση του Μητροπολίτη Ιγνατίου στους χριστιανούς την ώρα της θείας λειτουργίας της πρόσκλησης της Αικατερίνης Β΄  για  μετανάστευση στη Ρωσία.

            17 Μαΐου 1778 - Ανάθεση της μετανάστευσης των χριστιανών στον Α. Β. Σουβόρωφ.

            16 Ιουλίου 1778 – Οι χριστιανοί της Κριμαίας πληροφορούνται για  το διάταγμα (τους όρους) σχετικά με τη  μετεγκατάστασή τους.

            17 Ιουλίου 1778 –  Αποστολή επιστολών από τον Μητροπολίτη Ιγνάτιο προς τον Α. Σουβόρωφ και τον Π. Α. Ρουμιάντσεβ με αίτημα να δοθούν εγγράφως από την αυτοκράτειρα οι εγγυήσεις τήρησης των συμφωνηθέντων όρων, πριν τη μετεγκατάσταση των χριστιανών.

            22 Ιουλίου 1778 – Δημοσιεύτηκε το διάταγμα του Διοικητή του Χανάτου Σαγίν-Γιρέι για την άδεια μετεγκατάστασης των χριστιανών χωρίς εξαναγκασμό.

            28 Ιουλίου 1778 – Μετακίνηση των πρώτων μεταναστών από την Κριμαία (70 Ελλήνων). Πριν μετακινήθηκαν  9 Γεωργιανοί δούλοι.

            28-29 Ιουλίου 1778 – Ανακοίνωση του Μανιφέστου του κλήρου με επικεφαλή τον Μητροπολίτη Ιγνάτιο  για τις καταπιέσεις των χριστιανών και την πρόσκληση για   μετανάστευση στη Ρωσία.

            9 Αυγούστου 1778 - Αποστολή Ελλήνων βουλευτών για να γνωρίσουν τα μέρη της μετεγκατάστασης στο νόμο του Αζόφ. Οι βουλευτές επέσρεψαν στην Κριμαία στις 30 Αυγούστου.

            Δεύτερο δεκαπενθήμερο του Αυγούστου 1778 – Προετοιμασία του νομοσχεδίου για τις παραχωρούμενες περιοχές από την αυτοκράτειρα στους Έλληνες.

            Τέλη Αυγούστου, αρχές Σεπτεμβρίου 1778 – Άφιξη των πρώτων χριστιανών μεταναστών στο Αλεξανδρινό Φρούριο.

3 Σεπτεμβρίου 1778 – Μια τρίτη ομάδα μεταναστών αποτελούμενη από 396 ανθρώπους καταφθάνει στην Αικατερίνοσλαφ.

14  Σεπτεμβρίου 1778 – Τελειώνει η προετοιμασία της Χάρτας Δικαιωμάτων προς τους Έλληνες.

16 Σεπτεμβρίου 1778 – Ο Σουβόρωφ διέταξε τους Ποτέμκιν και Τσερτκόφ να σταματήσει η αποχώρηση των χριστιανών από την Κριμαία.

18  Σεπτεμβρίου 1778  – Αποχώρηση της τελευταίας ομάδας των χριστιανών από την Κριμαία με επικεφαλής το Μητροπολίτη Ιγνάτιο (η αποχώρηση ήταν σχεδιασμένη για τη 17η  Σεπτεμβρίου, όμως εκτελέστηκε την 18η Σεπτεμβρίου). Γι’ αυτό η μέρα αυτή θεωρείται επίσημα ως η τελευταία  μέρα της αποχώρησης των χριστιανών από την Κριμαία.

18 Σεπτεμβρίου 1778 – Στην περιοχή της Αζοφικής έρχεται η 13η ομάδα (συνολικά οι 13 ομάδες αποτελούνταν από 3.065 μετανάστες).

3 Οκτωβρίου 1778 – Άφιξη του Μητροπολίτη Ιγνατίου στο στρατόπεδο Σαν-Γιρέισκι. Μετά την 7η  Οκτωβρίου, μαζί με τη συνοδεία του, ξεκίνησε για την περιοχή της Αζοφικής.

24 Οκτωβρίου 1778 – Άφιξη του Μητροπολίτη Ιγνατίου στην περιοχή της Αζοφικής.

29 Οκτωβρίου 1778 – Στην περιοχή της Αζοφικής έρχεται η τελευταία ομάδα των μεταναστών.

10 Δεκεμβρίου 1778 –  Ο Ποτέμκιν στέλνει επιστολή προς τον Τσερτκόφ ζητώντας πλήρεις πληροφορίες για τους μετανάστες και για τις ανάγκες τους.

14 Μαρτίου 1779 –   Η Αικατερίνη Β΄ εξέδωσε διάταγμα προς τη 2η Ιερά Σύνοδο για τα δικαιώματα του Επισκόπου Ιγνατίου.

2ο ήμισυ του Μαρτίου 1779 – Πρώτο αίτημα του Μητροπολίτη Ιγνατίου προς τον Ποτέμκιν να τον δεχτεί στην Αγία Πετρούπολη  για να συζητήσουν τα προβλήματα που σχετίζονται με τη βελτίωση των  συνθηκών της ζωής των Ελλήνων μεταναστών.

6 Απριλίου 1779 – Αποστολή ανακοινώσεων του Μητροπολίτη Ιγνατίου στην Αζοφική Γραμματεία για την άρνηση των Ελλήνων  να εγκατασταθούν στην περιοχή δίπλα στα ποτάμια Μπικ και Σολόναια (τώρα είναι οι δυτικές περιοχές της περιφέρειας του Ντνεπροπετρόβσκ,  οι βόρειες περιοχές της περιφέρειας του Ντονιέτσκ και οι νότιες περιοχές της περιφέρειας του Χάρκοφ).

1ο ήμισυ του Απριλίου 1779 – Αποστολή επιστολής του Μητροπολίτη Ιγνατίου στον Αρμοστή Κωνσταντίνοφ στην οποία αναφέρει όλα τα προβλήματα των Ελλήνων στην περιοχή της Αζοφικής και αποδίδει σ’ αυτόν και στον Σουβόρωφ την ευθύνη: «Φανταστείτε ότι αυτό αφορά άμεσα και εσάς, γι’ αυτούς ευθύνη φέρνουμε εμείς! Στο δρόμο και μετά από τον ερχομό μου εδώ είχα ακούσει απ’ αυτούς πράγματα που τα ξέρει μόνο ο Θεός! Δεν ξέρω τι να κάνω. Αρνήθηκα να τους ακούω, επειδή αν τους βοηθούσα θα μου αφαιρούσαν τη ζωή. Όμως τα υποφέρω όλα αυτά υπομονετικά, αλλά ο Θεός τα βλέπει όλα! Εσείς με έχετε βάλει σε σωστό Άδη και με αφήσατε να βασανίζομαι. Ο Θεός είναι ο μόνος σε θέση να σας δικάσει, θα σας ανταμείψει σύμφωνα με τις ενέργειές σας. Σας παρακαλώ, ως πνευματικό, να μη με αφήνετε έτσι, και όπως ο Αλέξανδρ Βασίλιεβιτς (Σουβόρωφ) θα ήθελα να σας ζητήσω να τα μάθει όλα η Μεγαλειοτάτη. Κι εμείς σύμφωνα με τις δυνατότητές μας θα βοηθήσουμε και θα τηρήσουμε τις υποσχέσεις μας. Και πάλι σας παρακαλώ να λυπηθείτε τα γηρατειά μου, και να μη με εγκαταλείψετε».

Απρίλιος 1779 – Ίδρυση των ελληνικών χωριών, τα οποία σήμερα βρίσκονται στην  περιοχή Βελικονοβοσέλκοβσκι (18 Απριλίου το χωριό Μπογατίρ).

18-20  Απριλίου 1779 – Απονομή του αδαμάντιου εγκολπίου στον Μητροπολίτη Ιγνάτιο για τη συμβολή του στη μετεγκατάσταση των χριστιανών της Κριμαίας στη Ρωσία.

3 Μαΐου 1779 – Δεύτερο αίτημα του Μητροπολίτη Ιγνατίου προς τον Ποτέμκιν να τον δεχτεί στην Αγία Πετρούπολη  για να συζητήσουν τα προβλήματα που σχετίζονται με τη βελτίωση των  συνθηκών της ζωής των Ελλήνων μεταναστών.

21 Μαΐου 1779 – Η Αικατερίνη Β΄ υπέγραψε την Χάρτα Δικαιωμάτων των Ελλήνων.

17 Ιουνίου 1779 – Ο Ποτέμκιν μαζί με τον Σύμβουλο Μάριν (πρόεδρο) και δύο αξιωματικούς του επιτελείου οργανώνει την επιτροπή μετεγκατάστασης των χριστιανών από την Κριμαία.

21 Ιουνίου 1779 – Ο Μητροπολίτης  Ιγνάτιος δέχεται πρόσκληση του Ποτέμκιν να μεταβεί στην Αγία Πετρούπολη  για την επίλυση των προβλημάτων διαβίωσης των Ελλήνων στη Ρωσία.

3 Ιουνίου 1779 (Κυριακή) – Αναχώρηση του Μητροπολίτη  Ιγνατίου για την Αγία Πετρούπολη.

29 Σεπτεμβρίου 1779 – Παρασημοφόρηση του Νομάρχη Αζοφικής από τον Ποτέμκιν για τη  δημιουργία  ελληνικής επαρχίας («της περιοχής που κατοικείται από τους Έλληνες της Κριμαίας») και της πόλεως της Μαριούπολης. Ο χάρτης επαρχίας εγκρίθηκε από την Αικατερίνη Β΄ στις 2 Οκτωβρίου 1779.

29 Νοεμβρίου 1779 – Ο Μητροπολίτης  Ιγνάτιος, στην Αγία Πετρούπολη,      παίρνει την Χάρτα Δικαιωμάτων των Ελλήνων, που υπεγράφη  από την Αικατερίνη Β΄  την 21η  Μαΐου 1779.

24  Μαρτίου 1780 – Διάταγμα της Γραμματείας επαρχίας Αζοφικής για την εφαρμογή κανονιστικών διατάξεων οι οποίες προσδιορίστηκαν με έγγραφο του Ποτέμκιν και υπεγράφησαν την 29η  Σεπτεμβρίου 1779, όταν αποφασίστηκε η κατοίκηση της ελληνικής Επαρχίας Μαριούπολης.

Απρίλιος 1780 – Ίδρυση των πρώτων χωριών της ελληνικής Επαρχίας Μαριούπολης.

28 Ιουνίου 1780 – Ίδρυση του Δικαστηρίου ελληνικής Επαρχίας Μαριούπολης για τα διοικητικά, αστυνομικά και δικαστικά ζητήματα. Ακύρωσή του  την 30η  Μαρτίου 1783.

26 Ιουλίου 1780 – Ίδρυση  της πόλης της Μαριούπολης από τους Έλληνες.

15 Αυγούστου 1780 (ημέρα της Παναγίας) – Στη Μαριούπολη γίνεται η πρώτη δοξολογία και η ο πρώτος εορτασμός με την παρέλαση των Ελλήνων και του στρατεύματος του Ντον  «συνάμα το στράτευμα του Ντον με επικεφαλής τον Χαριτόνωφ έκανε και το τουφεκίδι , ο αρχηγός ήταν εκεί επίτηδες για το λόγο αυτό».

Καλοκαίρι του 1780 – Ανοικοδόμηση των πρώτων  ελληνικών  εκκλησιών στη Μαριούπολη και σε άλλα χωριά της επαρχίας.

3 Σεπτεμβρίου 1780 – Αποπεράτωση της δίκη των Ελλήνων που προπαγάνδιζαν υπέρ της επιστροφής στην Κριμαία.

7 Σεπτεμβρίου 1780 – Εκδήλωση πυρκαγιάς στο σπίτι του Μητροπολίτη  Ιγνατίου. Κάηκαν τα περισσότερα έγγραφα της ιστορίας των Ελλήνων.

Ιανουάριος-Απρίλιος 1781 – Περίοδος λιμού  στις περιοχές των Ελλήνων μεταναστών. (στοιχεία της επιτροπής αποίκησης χριστιανών της Κριμαίας και έγγραφα του εισαγγελέα της Γραμματείας στη επαρχία της Αζοφικής)

2 Μαΐου 1781 – Ο Καράμπιην, εισαγγελέας της  Γραμματείας της επαρχίας της Αζοφικής, στέλνει αναφορά  προς τον γενικό εισαγγελέα Ρωσίας  Α. Βιάζεμσκιι σχετικά με το λιμό των χριστιανών και την ευθύνη της επαρχιακής  Γραμματείας για το γεγονός αυτό.

Ιούνιος 1781 – Πρώτη  απογραφή  ελληνικής Επαρχίας Μαριούπολης με  στοιχεία του πληθυσμού και της έκτασης των εδαφών.

10 Ιουλίου 1781 – Ο γενικός  εισαγγελέας Ρωσίας  Α. Βιάζεμσκιι απευθύνεται στον  Γ. Α. Ποτέμκιν ζητώντας να διασαφηνιστούν οι αιτίες λιμού των χριστιανών μεταναστών.

Τέλη Μαΐου 1782  –  Πρώτη  πανρωσσική απογραφή  ελληνικής επαρχίας Μαριούπολης σύμφωνα  με το σχέδιο  τέταρτου ελέγχου.

30 Μαΐου  1783  –  Διάταγμα για τη  δημιουργία  ελληνικού δικαστηρίου Μαριούπολης και τη διοίκηση ελληνικής επαρχίας Μαριούπολης (το δικαστήριο δημιουργείται σε αντικατάσταση του πρώην δικαστηρίου διοίκησης της επαρχίας Μαριούπολης. Ακυρώνεται  το 1769. Την 31η  Οκτωβρίου 1807,  σύμφωνα με διάταγμα της κυβέρνησης, η ελληνική επαρχία Μαριούπολης και η πόλη Μαριούπολη ενώνονται με την επαρχία του Ταγανρόγ..

8 Απριλίου 1783 – Υπογραφή διατάγματος της Αικατερίνης Β΄ για την ένωση της     Κριμαίας με τη Ρωσία.

22 Ιανουαρίου 1784 – Η Μαριούπολη γίνεται επαρχιακή πόλη της εκ νέου δημιουργημένης επαρχίας του Αικατερινοσλάφ. Η πόλη διατήρησε το νομαρχιακό της καθεστώς  κατά την περίοδο  μετονομασίας  της επαρχίας του Αικατερινοσλάφ σε επαρχία του Νοβορωσίσκ (12 Δεκεμβρίου 1796) και λίγο μετά πάλι σε επαρχία του Αικατερινοσλάφ (8 Οκτωβρίου 1802). Η πόλη παρέμεινε ως επαρχιακή  πόλη μέχρι τη στιγμή ένωσής της  με  την επαρχία του Ταγκανρόγ. 

 

 

 

 


Warning: imagepng(): Unable to open './images/captcha/f63c846f85af50187bf1d14727eb1602.png' for writing: Permission denied in /var/www/html/greeks.ua/library/Zend/Captcha/Image.php on line 557

Назад

 

 
  • Αρχική
  •  
  • Ιστορία
  •  
  • Πολιτισμός
  •  
  • Πύλη Επιχειρήσεων
  •  
  • Ακίνητα
  •  
  • Κατάστημα



© Έλληνες της Ουκρανίας, 2008 - 2015 Νομική πληροφορία και προϋποθέσεις χρήσης Περί Πύλης